Σύγχυση θεολογίας και ποιμαντικής

arxon.gr | Του Κωνσταντίνου Νούση, θεολόγου – Οι μέρες μας είναι ιδιαίτερα πονηρές. Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας παρακολουθείται από μια εξίσου ταχύτατη κατάπτωση των ηθών και απίστευτη εξαχρείωση της ανθρώπινης φύσης. Θα λέγαμε σε αντίστροφα ανάλογη κλίμακα με τη σωματική ευεξία και την ευμάρεια των υλικών αγαθών. Ο πειρασμός πλέον που (θα) αντιμετωπίζουμε είναι απλός: μήπως πρέπει να περάσουμε σε μια νέα ανθρωπολογία;

Ο άγιος Αντώνιος ο Μέγας προφήτευσε ότι θα έρθει η εποχή που το κακό θα ευλογείται, θα στέφεται σαν αγαθό, οι δε νηφάλιοι άνθρωποι, που θα το διακρίνουν και θα το καταδικάζουν, θα θεωρούνται τρελοί. Μήπως δεν ζούμε σε αυτήν την εποχή; Μήπως έχει προχωρήσει τόσο η πνευματική ασθένεια και η ηθική σήψη στην ανθρωπότητα, που βαφτίζουμε τη διαστροφή φυσιολογικότητα και το ανάποδο; Μήπως ήρθε η ώρα όχι απλά να ξεχάσουμε όσα μάθαμε, αλλά και να τα αναθεωρήσουμε ριζικά σαν δήθεν αγκυλώσεις ενός παρωχημένου και αρρωστημένου συντηρητικού παρελθόντος;

Ας το δούμε αυτό με συγκεκριμένα παραδείγματα. Η Εκκλησία ανέκαθεν καταδίκαζε τις προγαμιαίες ερωτικές συνευρέσεις. Τις ευλογούσε μονάχα μέσα και μετά το μυστήριο του γάμου. Ποιμαντικός συντηρητισμός, λοιπόν, ή εκ πνευματικής εμπειρίας και παράδοσης εκκλησιαστικός τρόπος ζωής; Για τον γράφοντα – και θεωρώ και για τη σύνολη χριστιανική παράδοση – πρόκειται για καινό τρόπο ζωής εν Πνεύματι. Ο Χριστός είναι η Αλήθεια αναλλοίωτη εις αιώνας αιώνων (Εβρ. 13,8). Η αποκάλυψή Του είναι διαχρονικώς σωτήρια. Η οικονομία που γίνεται στην ακρίβεια (ορολογία εκκλησιαστικής ποιμαντικής), δηλαδή η επιείκεια που δείχνεται στη βαρύτητα των αμαρτιών από τους πνευματικούς ιερείς, σε καμιά περίπτωση δεν καταργεί την ουσία και την πραγματικότητα της περί αυτών αποκεκαλυμμένης παράδοσης.

Εάν δεχτούμε τη φιλοσοφική προσέγγιση των ιερών κανόνων, νόμων και εν γένει των εκκλησιαστικών παραδόσεων και τις εξισώσουμε με τις κοινές ανθρώπινες, τότε διαπράττουμε το βαρύτατο αμάρτημα της εκκοσμίκευσης και αλλοίωσης των θείων παραδόσεων και την τοποθέτησή τους στην ίδια μοίρα με τις ψιλές κατ’ άνθρωπον παραδόσεις. Σαν να λέμε, με πιο απλά λόγια, ότι η Εκκλησία δεν συνιστά τίποτε παραπάνω από έναν κοινό ανθρώπινο θεσμό που στόχο έχει και αυτός τη συντηρητική ευρυθμία και τον έλεγχο των κοινωνιών, γιατί όχι και σε όφελος των κρατούντων τάξεων, όπως ενίοτε εμφανίζονται οι θεωρίες αυτές στα πλαίσια του μαρξισμού.

Έγινε ντόρος πρόσφατα με συνέντευξη νέου Μητροπολίτη, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, ευλόγησε τις σχέσεις μεταξύ ομοφυλόφιλων και τις απέδωσε μάλιστα στον ίδιο τον Θεό! Θεώρησε την «ορμή» προς το ίδιο φύλο ωσάν εκ Θεού δεδομένη, οπότε και φυσική και ανεύθυνη, καθιστώντας τον Θεό τοιουτοτρόπως αίτιο των κακών και ανοίγοντας τον ασκό του αιόλου σε μια πλήρη και ανεξέλεγκτη κατρακύλα: στην απελευθέρωση κάθε είδους παρά φύσιν σχέσεως και διαστροφής, όπως π.χ. της παιδοφιλίας, της κτηνοβασίας κλπ. Δεν θα ήθελα να κατηγορήσω προσωπικά τον εν λόγω Μητροπολίτη. Θεωρώ ότι έχει μπερδέψει την οικονομία της ποιμαντικής ανοχής με την ακρίβεια της θεολογικής αποκάλυψης και με καλή πρόθεση προσπαθεί να κατανοήσει και να καλέσει στους κόλπους της Εκκλησίας τους – καλώς ή κακώς – δακτυλοδεικτούμενους γκέι. Εάν δεν συμβαίνει αυτό, τότε θα πρέπει εξάπαντος να επέμβουν τα συνοδικά όργανα της Εκκλησίας.

Δεν έχει κανείς το δικαίωμα να αλλοιώνει τα λεγόμενα και τα γραφόμενα της Παράδοσης. Στόχος μας ως απλών χριστιανών, θεολόγων και ρασοφόρων, δεν μπορεί να είναι άλλος παρά η διαφύλαξη της Ορθόδοξης παρακαταθήκης στη λαίλαπα της εξέλιξης που προέρχεται από την κακώς νοούμενη μετανεωτερικότητα και το ισοπεδωτικό της παράγωγο, την εκκοσμίκευση. Η θεραπεία μιας ασθένειας – αμαρτίας δεν γίνεται με την παραδοχή της ωσάν φυσικής λόγω της αριθμητικής της εξάπλωσης: τότε και ένας επιδημικός ιός δεν θα χρειαζόταν καταπολέμηση! Δυστυχώς, όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο ορατά, όπως στις σωματικές ασθένειες που οδηγούν στον άμεσο πόνο και στον θάνατο, όπως π.χ. οι θανατηφόροι ιοί, τα καρδιακά νοσήματα και οι καρκίνοι. Εδώ τα πράγματα κινούνται στον πνευματικό χώρο, κατά βάση αθέατο, οπότε τις διαγνώσεις των ασθενειών και των πρόσκαιρων και αιώνιων συνεπειών τους νομιμοποιείται να τις πραγματεύεται μονάχα ο καθ’ ύλην ειδικός και αρμόδιος: η Εκκλησία του Χριστού. Και κανείς εκπρόσωπός της, όσο μέγας και τρανός κι αν φαντάζει, δεν έχει το δικαίωμα να υπερβαίνει την κεφαλή της Εκκλησίας, ήτοι τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό.