Πόθος εγκλεισμού – Τι λέει ο 41ος Κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου για τους Εγκλείστους Μοναχούς

oodegr.com | Εάν θέλαμε να μελετήσουμε την εκκλησιαστική ιστορία και την ιερή Παράδοση θα παρατηρούσαμε με ενδιαφέρον ότι καταγράφονται στις πηγές προσωπικότητες, που ζούσαν με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Δεν επέλεξαν την πορεία του ευλογημένου γάμου. Μήτε το δρόμο του κοινοβιακού μοναχισμού. Προτίμησαν κάτι δυσκολότερο και πολύ θαυμαστό. Την εφαρμογή του «αδιαλείπτως προσεύχεσθε»1, σε συνδυασμό με μια ακραία μορφή άσκησης: Την απομόνωση.

Στα μέσα του τρίτου αιώνα για παράδειγμα, ο νεαρός Άγιος Αντώνιος αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στη λατρεία του Θεού, με σκοπό να μιμηθεί τη ζωή των μαρτύρων της εκκλησίας μας. Έτσι, στην προσπάθειά του να βρει έναν τόπο που θα του επέτρεπε το ευλαβές ποθούμενο, ανακάλυψε ένα έρημο και εγκαταλελειμμένο φρούριο και μπαίνοντας μέσα, έφραξε την πόρτα και απέμεινε μόνος. Δεν έβλεπε και δεν επικοινωνούσε με κανέναν. Έριχνε ένα καλάθι, δεμένο με σχοινί και κάποιος περαστικός του έβαζε ελάχιστα παξιμάδια, μία μόνο φορά το εξάμηνο. Το εσωτερικό του φρουρίου, του παρείχε το λιγοστό νερό. Και με αυτό τον τρόπο, πέρασαν, όχι μόνο μία η δύο ώρες, αλλά είκοσι ολόκληρα χρόνια απόλυτης μόνωσης.

Με το πέρασμα των αιώνων παρατηρούμε αρκετές μορφές οσίων ανδρών αλλά και γυναικών, που ασκήθηκαν με αυτόν τον τρόπο. Μία ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν οι έγκλειστοι μοναχοί κατά τα μέσα του ενδεκάτου αιώνα, στην Περτέσκαγια Λαύρα εγγύς του Κιέβου. «Δεξιά και αριστερά διακρίνει κανείς τα σπήλαια-κελλιά, που δεν είχαν πόρτα αλλά μόνον ένα μικρό παράθυρο. Καθημερινά ένας μοναχός έφερνε στους εγκλείστους ασκητές ένα κομμάτι ψωμί και νερό. Όταν κάποιος απ’ αυτούς επί μία εβδομάδα δεν χρησιμοποιούσε αυτό το οποίο τού είχαν φέρει, ήταν σημάδι ότι μετώκησε στην άνω Ιερουσαλήμ. Οι μοναχοί έκλειναν το παραθυράκι κι έτσι το κελλί γινόταν ο τάφος του. Όταν αργότερα άνοιξαν τα κελλιά, βρήκαν τα σώματα τών αγίων άφθαρτα. Και είναι μοναδικό φαινόμενο στον κόσμο, ένας τόπος να κατέχει τέτοιους πνευματικούς θησαυρούς, 118 άφθορα λείψανα αγίων»!2

Ο έγκλειστος μοναχός, λοιπόν είναι εκείνος που επέλεξε να ζει προσευχόμενος, για την υπόλοιπη ζωή του, μέσα σε εγκλείστρα3. Σε μία τρύπα δηλαδή, «οπή τής γης»,4 η σε μια σπηλιά, ή συχνότερα, σ’ ένα μικρό κελί. Όμως, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή δηλαδή πρόκειται για μια υπέρμετρη άσκηση που αποτελεί ιδιαίτερο χάρισμα Θεού, το οποίο δεν το έχουν οι περισσότεροι μοναχοί, οι άγιοι Πατέρες νομοθέτησαν με τον 41ο Ιερό Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου να επιτρέπεται ο εγκλεισμός, μόνο σε όσους πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Τριετή υποχρεωτική εγκαταβίωση σε Μοναστήρι πρωτίστως, και όχι απ’ ευθείας εγκαταβίωση στην εγκλείστρα. Διότι, «μέγα και τολμηρόν πράγμα είναι, το, ευθύς ευθύς από την κοσμικήν ζωήν να αναχωρή τινάς, και μέσα εις εγλειστήριο να εγκλείεται, και από μίαν υπερβολήν να μεταπηδά εις άλλην υπερβολήν, από το πολυτάραχον, λέγω, πέλαγος τού βίου, εις το δυσκολοδιάβατον πέλαγος τής ησυχίας»5.

β) Αφού ασκούν για τρία χρόνια υπακοή στον ηγούμενο του Μοναστηριού, πρέπει επιπλέον, «να δοκιμάζωνται από τον Αρχιερέα»,6 ώστε να υπάρχει κι ένας δεύτερος πνευματικά υπεύθυνος, απ’ τον οποίο πρέπει να λάβει τη συγκατάθεση ο υποψήφιος.

γ) «Κατά τον μα΄ Κανόνα τής ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, οι εκ τών μοναχών επιθυμούντες όπως ζήσουν ως αναχωρηταί, υποχρεούνται όπως μετά την μοναχικήν των κουρά ν’ ασκηθούν επί έν έτος εις την μοναχικήν ζωήν εντός τής μονής τής μετανοίας των και αφιερωθούν εν συνεχεία εις τον ερημιτικόν βίον»,7«δια να δώσουν περισσοτέραν πληροφορίαν, ότι όχι δια κενοδοξίαν, αλλά δια μόνον το τής ησυχίας καλόν, την ζωήν ταύτην επιποθούσι»8. Τότε και μόνο, έπειτα απ’ την ολοκλήρωση και αυτού του επιπρόσθετου χρόνου, θα τους επιτραπεί να κινηθούν με πνευματική ασφάλεια προς την εγκλείστρα. Ο πόθος τους αποδείχτηκε ότι είναι ιδιαίτερη κλήση Θεού.

Ο λογισμός μας ανήσυχος και δύσπιστος, ίσως θέσει στο σημείο αυτό ένα διπλό ερώτημα: Πώς αντέχει στην εγκλειστική ζωή ο έγκλειστος μοναχός; Αλλά κι αν υποθέσουμε ότι αντέχει, δεν υπάρχει κίνδυνος να χάσει τη ψυχική του ισορροπία, ζώντας σε απομόνωση; Ο Άγιος Αθανάσιος, ο βιογράφος του Αγίου Αντωνίου, καταγράφει κάτι σχετικό. Μας διασώζει την κοινή διαπίστωση του συναγμένου λαού, που εξανάγκασε τον Μέγα Αντώνιο να διακόψει την εικοσαετή εγκλειστική ζωή, για να επικοινωνήσει μαζί του: «Ο χαρακτήρας του, ήταν ακέραιος. Ούτε καταβεβλημένος από στενοχώρια, αλλά ούτε διαχυτικός. Ούτε συνεπαρμένος από γέλια, μα ούτε κατσουφιασμένος».9 Αν ο λόγος που εγκλείεται ένας μοναχός είναι η υπακοή στην προσωπική του θεϊκή Κλήση, τότε ο Κύριος που έδωσε το κάλεσμα, Εκείνος θα δώσει και τη δύναμη και τη Χάρη για την εκπλήρωση του ιερού πόθου. Το βλέπουμε ολοκάθαρα εξ άλλου, στους έγκλειστους αγίους μας.

Δ. Γ. Κ.

 

Σημειώσεις


1. Α΄ Θεσ. ε΄ 17.

2. Αρχ. Νεκτάριου Αντωνόπουλου, Η Οσία Δοσιθέα του Κιέβου, Η έγκλειστη ασκήτρια (1721-1776), γ΄ έκδ. (Νέα Σμύρνη: Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, 2006), σελ. 24.

3. Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τόμος Α΄, (Εν Αθήναις: Ανδρέου Κορομηλά, 1852), σελ. 354: Εγκλείστρα (η) και Έγκλειστρον (το) = Εγκλειστήριον. Εγκλειστήριον (ουσ.) = Ασκητήριον, (ίδε το επόμενο): Έκγλειστος (ο, η) = κλεισμένος (κλειδωμένος, ασφαλισμένος) μέσα. //(ουσ.) Μοναχός μη εβγαίνων ποτέ από το κελλί του.

4. Βλέπε: Εβρ. ια΄ 38

5. Ερμηνεία του μα΄ Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου απ’ το βιβλίο: Πηδάλιον τής νοητής νηός τής μιας αγίας καθολικής και αποστολικής τών ορθοδόξων εκκλησίας, ήτοι άπαντες οι ιεροί και θείοι κανόνες, ερμηνευόμενοι παρά Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου Μοναχού (Αθήναι: Αστήρ, 1957), σελ 257.

6. Ερμηνεία του μα΄ Κανόνα της Πενθέκτης: Πηδάλιον, [όπως παραπάνω], σελ. 258

7. Χαριλ. Σ. Τζώγα, «Μοναχισμός», Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαιδεία (Αθήναι: Αθ. Μαρτίνος, 1966), 9ος τόμος, σελ. 38.

8. Ερμηνεία του μα΄ Κανόνα της Πενθέκτης: Πηδάλιον, [όπως παραπάνω], σελ. 258.

9. Αγίου Αθανασίου, Βίος του Οσίου Πατρός ημών Αντωνίου του Μεγάλου, Άνθη της Ερήμου τ. 14(Αθήναι: Εκδόσεις Τήνος), σελ. 39.