Ο τρόπος θανάτου δείχνει αν κάποιος είναι αμαρτωλός;

ekklisiaonline.gr | Όταν κάποιος λάβει σοβαρά υπ’ όψιν την αγιογραφική και ελληνική πατερική αντίληψη περί αρχικού προορισμού ή θέωσης του ανθρώπου, μόνο τότε μπορεί να κατανοήσει κατά βάθος την τόσο παρεξηγημένη από τους Δυτικούς ενασχόληση της ανατολικής θεολογίας με την λύτρωση της ανθρωπότητας από το θάνατο και τη φθορά.

Έχοντας ευδαιμονιστικές αντιλήψεις για τον ανθρώπινο προορισμό και πιστεύοντας ότι ο θάνατος προέρχεται από τον Θεό, οι Δυτικοί αδυνατούν να εννοήσουν την ηθική σημασία του Πατερικού δόγματος για τη σωτηρία από τον θάνατο. Αυτό είναι φυσικό, διότι δέχονται την ροπή του ανθρώπου για ικανοποίηση ως φυσική· αφού όμως ο θάνατος είναι η βάση της ροπής αυτής, δεν βλέπουν σε τι μπορεί ο θάνατος να εμποδίσει ηθικά τον άνθρωπο να ζήσει σύμφωνα με τον κατ’ αυτούς αρχικό του προορισμό, δηλαδή την ιδιοτελή ευδαιμονία.

Όταν ληφθεί υπ’ όψιν το γεγονός ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε, για να γίνει τέλειος κατά την αγάπη και την ελευθερία όπως ο Θεός είναι τέλειος, για να αγαπά δηλαδή τον Θεό και τον πλησίον του κατά τον ίδιο ελεύθερο και ανιδιοτελή τρόπο με τον οποίο αγαπά ο Θεός τον κόσμο, τότε είναι φανερό ότι ο θάνατος της ψυχής (στέρηση της θείας Χάρης) και η φθορά του σώματος έκαναν αδύνατη αυτού του είδους τη ζωή της τελειότητας.

Η στέρηση της θείας Χάρης επιφέρει από την αρχή την εξασθένηση των νοητικών δυνάμεων του νεογέννητου βρέφους και έτσι η διάνοια του ανθρώπου έχει από την αρχή μία ροπή προς τα πονηρά. Η ροπή αυτή γίνεται ισχυρή, όταν πλέον γίνεται αισθητή η δύναμη της φθοράς που βασιλεύει στο σώμα. Η αμαρτία που βασιλεύει στον άνθρωπο, μέσω της δύναμης του διαβόλου και του θανάτου ξεσηκώνει το φόβο, την αγωνία, και γενικά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Έτσι μέσω του φόβου και της ιδιοτέλειας ο σατανάς υποβάλλει στον άνθρωπο την αμαρτία, δηλαδή την παράβαση του θελήματος του Θεού σχετικά με την ανιδιοτελή αγάπη και προξενεί την αποτυχία του αρχικού του προορισμού. Εξαιτίας της ασθένειας που προκαλείται στη σάρκα από το θάνατο, ο σατανάς κινεί σε αμετρία τα πάθη και οδηγεί τον άνθρωπο σε ανώμαλες σκέψεις, πράξεις και ιδιοτελείς σχέσεις προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του. Η αμαρτία βασιλεύει στον θάνατο24 και στο θνητό σώμα25, διότι «το κέντρο του θανάτου η αμαρτία»26.

Κατ’ αρχήν εξαιτίας του θανάτου ο άνθρωπος πρέπει να φροντίσει για την απόκτηση των προς το ζην, για να διατηρηθεί στη ζωή. Σε αυτόν τον αγώνα το ενδιαφέρον για τον εαυτό του είναι αναπόφευκτο, έτσι όμως αδυνατεί ο άνθρωπος να ζήσει σύμφωνα με τον αρχικό του προορισμό, την ανιδιοτελή αγάπη. Αυτή η υπό το θάνατο κατάσταση είναι πραγματικά η ρίζα των αδυναμιών, στις οποίες περιπλέκεται ο άνθρωπος με την υποκίνηση των δαιμόνων και με τη δική του συγκατάθεση στην αμαρτία. Ο θάνατος που βρίσκεται στα χέρια του διαβόλου είναι η ρίζα, από την οποία προέρχεται η αυτοπροβολή, ο εγωισμός, το μίσος, η ζηλοτυπία και τα όμοια.

Εκτός του ότι ο άνθρωπος τα «πάντα υφίσταται υπέρ του μη αποθανείν»27, συνεχώς φοβάται ότι η ζωή του είναι χωρίς νόημα. Έτσι προσπαθεί πάντοτε ν’ αποδεικνύει στον εαυτό του και στους άλλους ότι έχει αξία. Αγαπά τις κολακείες και φοβάται τις ύβρεις. Ζητεί να ικανοποιεί τα συμφέροντά του και ζηλεύει τις επιτυχίες των άλλων. Αγαπά αυτούς που τον αγαπούν και μισεί αυτούς που τον μισούν. Αναζητεί την ασφάλεια και την ευτυχία στα πλούτη, στη δόξα, στις σωματικές απολαύσεις, ή ίσως ακόμη φαντάζεται ότι προορισμός του είναι μία ιδιοτελής ευδαιμονιστική και απαθής απόλαυση της παρουσίας του Θεού, άσχετα με κάθε εκδήλωση πραγματικής και ενεργού ανιδιοτελούς αγάπης προς τους άλλους.

Εξαιτίας της αγωνίας και του φόβου ο άνθρωπος γίνεται ατομιστής. Και όταν ακόμα ταυτίζει τον εαυτό του με κάποια κοινοκτημονική (μη μοναστική ασκητική) ιδεολογία, πάλι κινείται από ατομιστική ιδιοτέλεια, αφού εκλαμβάνει την επιθυμία του γι’ αυτοϊκανοποίηση και ευδαιμονία ως τον αληθινό του προορισμό. Ενδέχεται μάλιστα να τον ενθουσιάζουν κάποιες γενικές ιδεολογικές αρχές περί αγάπης προς την ανθρωπότητα κάπως αόριστα, παρά το γεγονός ότι στην καρδία του εμφωλεύει θανάσιμο μίσος για τον πλησίον. Αυτά είναι τα έργα της υπό το κράτος του θανάτου και του σατανά ευρισκόμενης «σαρκός».

Πριν δοθεί η αποκάλυψη μέσω του μωσαϊκού νόμου, ο άνθρωπος ζούσε σύμφωνα με το νόμο του θανάτου, μη γνωρίζοντας ότι ο θάνατος είναι κάποιο παράσιτο, δια του οποίου βασιλεύει η αμαρτία και ο διάβολος28. «Επειδή η αμαρτία ήταν στον κόσμο μέχρι τον νόμο»29. Βέβαια η εν αγνοία του νόμου «αμαρτία δεν λογαριάζεται χωρίς νόμο»30. Αλλ’ όσοι δεν έχουν νόμο θα κριθούν σύμφωνα με το νόμο τον «γραμμένο στις καρδιές τους»31. «Επειδή όσοι αμάρτησαν χωρίς νόμο, χωρίς νόμο και χάνονται· και όσοι αμάρτησαν σε νόμο, θα κριθούν μέσω νόμου»32.

Αμαρτία είναι κάθε παράβαση του θείου θελήματος και επομένως η αστοχία του ανθρώπου να πραγματοποιήσει τον αρχικό του προορισμό. Η σύμφωνα με το νόμο του θανάτου, ζωή του ανθρώπου, δεν είναι θέλημα του Θεού. Επομένως αυτός που ζει σύμφωνα με το νόμο του θανάτου, αν και δεν γνωρίζει ότι ο θάνατος είναι κάποιο παράσιτο, στο οποίο βασιλεύει η αμαρτία, είναι αμαρτωλός. Αν και δεν είναι παραβάτης της δια νόμου εντολής του Θεού, παρ’ όλα αυτά είναι παραβάτης του θελήματος του Θεού. «Αυτός που γνώρισε το θέλημα του Κυρίου του, και δεν το τήρησε, θα δαρθεί πολύ· και εκείνος που δεν το γνώρισε και δεν το τήρησε, θα δαρθεί λίγο33.

Ουκούν άμεινον ομολογουμένως το εν αγνοία πλημμελείν, ή το εν ειδήσει νόμων»34. Άλλο είναι το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι παραβάτης του θείου θελήματος και άλλο το θέμα της από μέρους του γνώσης της παράβασης και της μερίδος της ευθύνης του για την παράβαση35. Θα ήταν ανόητο να πει κάποιος ότι η ανθρωποφαγία δεν είναι παράβαση του θείου θελήματος, επειδή αυτοί που τρώνε ανθρώπινες σάρκες δεν γνωρίζουν το νόμο του Θεού. Και αυτό επειδή η αμαρτία δεν είναι απλώς και μόνο μία εν γνώσει πράξη ενός υπεύθυνου ανθρώπου. Για τον Παύλο36 και τη σκέψη των συγγραφέων τής υπό εξέτασιν περιόδου, η αμαρτία είναι στη ρίζα της κατάσταση, η οποία υπάρχει παρά το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό ακριβώς όλοι όσοι γεννήθηκαν σε αυτήν την κατάσταση «αμαρτωλοί κατεστάθησαν»37. «Πάντες εξέκλιναν»38, «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού»39.

Με άλλες λέξεις εξαιτίας της ενέργειας του διαβόλου μέσω της ψυχικής νέκρωσης (στέρηση της θείας Χάρης) και μέσω της ασθένειας της σάρκας όλοι γεννιούνται με ισχυρή ροπή προς την αμαρτία και όλοι παραβαίνουν είτε εν αγνοία είτε εν γνώσει το θέλημα του Θεού. Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται αιχμάλωτοι του διαβόλου, του θανάτου και της αμαρτίας και επομένως αποτυγχάνουν στον αρχικό τους προορισμό, δηλαδή την ηθική τελείωση, την αθανασία και την θέωση, και στερούνται τη δόξα του Θεού.