Το ζήτημα της τεκνογονίας

dogma.gr | Του Συμεών Τριανταφυλλίδη Ο Απόστολος Παύλος Α’ στην προς Κορινθίους επιστολή αναφέρει ότι κανένας από τους δύο συζύγους μέσα στον γάμο δεν εξουσιάζει το σώμα του. Δίνει ως συμβουλή να μην στερείται ο ένας τον άλλον, παρά μόνο σε ιδιαίτερες και αυτό με κοινή συμφωνία, αποσκοπώντας στην εντονότερη απερίσπαστη προσευχή ( Α’ Κορ. 7,5).

Ωστόσο η τεκνογονία θέλοντας και μη, πολλές φορές λειτουργεί ως ένας από τους βασικούς παράγοντες που καθορίζει τη σχέση μεταξύ ενός ζευγαριού. Κατέχοντας κεντρική θέση μέσα στον γάμο, θεωρείται ως φυσικό του επακόλουθο. Η τεκνογονία στα χρόνια μας στράφηκε, σε δύο εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις: Πρώτον επικεντρώνεται προς την κατεύθυνση του περιορισμού της τεκνογονίας. Δεύτερον προς την κατεύθυνση που αποσκοπεί στην παράκαμψη της στειρότητας και της παρεμβατικής τεκνοποίησης. Στην εποχή μας αυτά επιτεύχθηκαν με την παράλληλη ανάπτυξη των σύγχρονων αναπαραγωγικών τεχνολογιών.[1] Στα χρόνια μας θεωρείται ένα από τα φλέγοντα ζητήματα που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην κοινή πορεία και αρμονική συμβίωση των ζευγαριών.

Η υπογονιμότητα και η στείρωση δεν έχουν πάντα παθολογικά αίτια, όπως η δυσλειτουργία της ωορρηξίας ή αδυναμία σπέρματος. Πολλές φορές συντελούνται ψυχολογικοί και πνευματικοί παράγοντες που προκαλούνται από την συζυγική δυσαρμονία. Στην σύγχρονη κοινωνία μας υπάρχουν ζευγάρια άτεκνα τα οποία αποδέχτηκαν και διαχειρίστηκαν αγόγγυστα το ζήτημα της ατεκνίας, συνεχίζοντας τη ζωή τους προσευχόμενοι με πνευματικό αγώνα. Κάποια από αυτά τα ανδρόγυνα ακολούθησαν την ασκητική οδό της ατεκνίας και συνέχισαν αρμονικά τον κοινό τους βίο ευεργετώντας άλλα παιδιά. Πολλά άλλα ζευγάρια καταφεύγουν στην τακτική της υιοθεσίας αποκομίζοντας σπουδαία ψυχική ωφέλεια, από τη στιγμή που αποφασίζουν να αγαπήσουν και να μεγαλώσουν ένα ξένο παιδί ως δικό τους. Παρά ταύτα υπάρχει και η κατηγορία των ζευγαριών όπου αντιμετωπίζουν το ζήτημα με μεγάλη πίστη και εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού. Εντείνουν την προσευχή, την πνευματική και μυστηριακή ζωή με αποτέλεσμα πολλές φορές να υπερβούν το πρόβλημα και να αποκτήσουν τέκνα. Σε αυτή την περίπτωση η ατεκνία λειτουργεί ως παράγοντας πνευματικής ωρίμανσης του ανδρόγυνου, γι’ αυτό τον λόγο δοξολογούν τον Θεό. Άλλα ζευγάρια έχοντας ως δεδομένο ότι λόγο του σύγχρονου τρόπου ζωής η στειρότητα αυξάνεται, βρίσκουν καταφυγή στην ιατρική επιστήμη, ακολουθώντας μεθόδους της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δημιουργούνται ανάλογα ηθικά διλήμματα που καλούν τους σύγχρονους γονείς να τα διαχειριστούν.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που προκύπτει είναι στην περίπτωση της ετερόλογης γονιμοποίησης, διότι ένας από τους δύο συζύγους μόνο συνδέεται βιολογικά με το παιδί. Αμέσως γεννιέται ζήτημα γιατί ο άλλος γονέας αυτομάτως παίρνει τη θέση της μητριάς ή του πατριού. Έτσι δημιουργούνται τα ερωτήματα για την ετερόλογη γονιμοποίηση όπως αν οι ενδιαφερόμενοι σύζυγοι είναι ενημερωμένοι πλήρως για το θέμα και αν είναι έτοιμοι να αποδεχτούν κάτι τέτοιο στη μεταξύ τους σχέση. Σε γενικές γραμμές είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτός αυτός ο τρόπος γονιμοποίησης και ποια προβλήματα μπορεί να επιφέρει;[2]

Επίσης δημιουργείται η απορία, αν είναι επιτρεπτό να καταστραφούν γονιμοποιημένα ωάρια που διατηρούνται με κρυοσυντήρηση; Αν ωάρια και σπερματοζωάρια χρησιμοποιηθούν με την ετερόλογη γονιμοποίηση από τρίτους μόνιμους δότες, όπου συνηθίζεται να επιλέγονται προς αυτόν τον σκοπό βάση εσωτερικών χαρακτηριστικών ή του υψηλού δείκτη ευφυϊας και εμφυτευθούν σε άτεκνες γυναίκες, τα τέκνα που θα προκύψουν δεν θα τους συνδέει η συγγένεια ως ετεροθαλή αδέλφια; Κατά πάσα πιθανότητα αυτά τα ετεροθαλή αδέλφια δεν θα γνωρίζονται και κατά πόσο απέχει από την πραγματικότητα το ενδεχόμενο να συνάψουν γάμο μεταξύ τους, αγνοώντας τους στενούς συγγενικούς δεσμούς που τους συνδέει; Ακόμη ο προγεννητικός και προεμφυτευτικός έλεγχος, η περίπτωση που δίνεται για επιλογή φύλου και τροποποίησης του εμβρύου δεν έχουν ως συνέπεια να καταλήξουν στην ευγονική;

Στην επιλεγμένη αναπαραγωγή συγκεκριμένα, με την πεποίθηση ότι θα επικρατήσουν τα επιθυμητά χαρακτηριστικά και θα εξαλειφούν τα ανεπιθύμητα. Αυτού του είδους η πρακτική μπορεί να αποκτά μια χρησιμότητα στους ελεγχόμενους πληθυσμούς ζώων, ωστόσο πάνω στον άνθρωπο δεν έχει καμία απολύτως ηθική υπόσταση και αξία. Σε περίπτωση που εφαρμοζόταν η δυνατότητα να γονιμοποιούνται μόνο όσα ωάρια χρειάζονται να εμφυτευθούν στην διαδικασία της ομόλογη εξωσωματικής γονιμοποίησης, θα απάλλασσε από πολλά διλήμματα τα ζευγάρια.

Ο αριθμός των ηθικών ζητημάτων και των ερωτημάτων που προκύπτει είναι συνεχώς αυξανόμενος και για αυτόν τον λόγο η Εκκλησία μας διαχειρίζεται το θέμα στα πλαίσια της ποιμαντικής οικονομίας και όχι με την θεολογική ακρίβεια. Έτσι λοιπόν έχοντας ως βάση την τακτική της οικονομίας δημιουργείται μια ποιμαντική κλίμακα.

Τα ζευγάρια που ακολουθούν την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή αντιμετωπίζονται με επιείκεια η ενδοσωματική σπερματέγχυση που προκύπτει από την διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης, όπως φυσικά και η ομόλογη από την ετερόλογη.[3] Οι συνθήκες που βρίσκεται ένα άτεκνο ζευγάρι και το ανθρώπινο πρόσωπο πιο συγκεκριμένα, συντελούν στη δημιουργία των κριτηρίων με τα οποία θα κληθεί να αντιμετωπίσει κάθε διακριτικός πνευματικός πατέρας την κατάσταση. Κάθε ζευγάρι και κάθε άνθρωπος είναι μία ξεχωριστή περίπτωση.[4]

1 Γ.Ι. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, σ. 388

2 ο.π., σ.587

3ο.π. σ. 596- 597

4 π. Β. Καλιακμάνη Γάμος και Οικογένεια, σ.154