Η αποκάλυψη τού δόγματος της Ανάστασης και πώς αυτό τεκμηριώνει την Ανάσταση τού Χριστού

oodegr.com | McCarthyΤο παρόν άρθρο το οποίο εδώ παρουσιάζουμε σε μετάφραση, έχει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για το πώς σταδιακά έγινε η αποκάλυψη όλο και περισσοτέρων λεπτομερειών τού δόγματος τής Ανάστασης ως την εποχή τής Χριστιανικής Εκκλησίας, αλλά και ως επιχείρημα κατά τών αμφισβητιών τής Ανάστασης τού Χριστού. Επειδή αυτή καθεαυτή η διαμόρφωσή του, παρατηρούμενη με τη ματιά ενός Ιστορικού, αφήνει αναπάντητα ερωτήματα εναντίον κάθε αμφισβήτησης, επικυρώνοντας την ορθότητα τών μαρτυριών τών Ευαγγελίων, ότι ο Χριστός πράγματι αναστήθηκε.

Το ζήτημα της ανάστασης του Ιησού συνεχίζει να στοιχειώνει τη σκέψη και την έρευνα πολλών μελετητών. Δεν θα συζητήσω μαζί τους ούτε θα σχολιάσω τις απόψεις τους. Υπάρχουν και άλλα μέρη για αυτό. Θέλω αντ’ αυτού να σκιαγραφήσω ένα ιστορικό επιχείρημα, για το τι συνέβη τρεις ημέρες μετά τη σταύρωση του Ιησού.

Το ερώτημα χωρίζεται σε τέσσερα μέρη:

Πρώτον, τι περίμεναν οι άνθρωποι του πρώτου αιώνα, τόσο οι παγανιστές όσο και οι Εβραίοι; Τι πίστευαν για τη ζωή μετά το θάνατο και ιδιαίτερα για την ανάσταση;

Δεύτερον, τι πιστεύουν οι πρώτοι Χριστιανοί για το ίδιο θέμα; Τι περίμεναν;

Τρίτον, ποιοί ήταν οι λόγοι που έδωσαν στους χριστιανούς την ελπίδα και την πίστη τους και τι εννοούσαν με τη λέξη κλειδί «ανάσταση» την οποία χρησιμοποίησαν για τον Ιησού;

Τέλος, τι μπορεί να πει ο ιστορικός ως σχόλιο σχετικά με αυτή την πρώιμη χριστιανική αξίωση;

1. Παγανισμός

Ο Όμηρος ήταν εξαιρετικά σημαντικός στον κόσμο της ύστερης αρχαιότητας. και στον Όμηρο, η ζωή μετά το θάνατο είναι πολύ ζοφερή. Το ταξίδι του Οδυσσέα στον κάτω κόσμο (στα βιβλία 10 και 11 της Οδύσσειας) δεν ενθαρρύνει τους αναγνώστες να ελπίσουν ότι ο θάνατος θα τους οδηγήσει σε έναν καλύτερο κόσμο. Ο Άδης, ο τόπος των νεκρών, είναι ένας τόπος σκιών και φαντασμάτων, μπορούν ακριβώς να θυμούνται πώς ήταν η ζωή αλλά τίποτα περισσότερο.

Η άποψη αυτή εξακολουθεί να εμφανίζεται στον πολιτισμό του πρώτου αιώνα, όπως μαρτυρούν χιλιάδες ταφικά μνημεία, τα οποία καταλήγουν στον αγνωστικισμό, όπως βλέπουμε στη περίφημη επιγραφή: «Non fui, fui, non sum, non curo – δεν ήμουν, ήμουν, δεν είμαι, δεν με νοιάζει». Στο πλαίσιο των πιο σοβαρών φιλοσοφιών του πρώτου αιώνα, αυτή η άποψη, είχε υποστηριχθεί από πολλούς Επικούρειους.

Ο Πλάτωνας υποστήριξε μια διαφορετική εκδοχή, την πιθανότητα μιας ευτυχούς ζωής μετά θάνατον, τουλάχιστον για μερικούς. Ακόμα υπέθεσε και την ύπαρξη της μετενσάρκωσης, αν και αυτό δεν είναι κεντρικό δόγμα στη σκέψη του, ούτε τονίζεται στον μεταγενέστερο Πλατωνισμό. Οι ιδέες του επανέρχονται μέσα στον πολιτισμό του πρώτου μ.Χ. αιώνα. Μόλις ο φιλοσοφικός προβληματισμός άρχισε να επινοεί εναλλακτικές λύσεις προς την ομηρική άποψη, εμφανίστηκαν και άλλες απόψεις. Για παράδειγμα, του στωϊκισμού, ότι όλος ο κόσμος θα καταστραφεί από τη φωτιά και θα ξαναγεννηθεί, σαν φοίνικας, για να ξαναγίνουν όλα με ακριβώς τον ίδιο τρόπο όπως και πριν.

Υπάρχουν πολλές απόψεις μέσα στις αρχαίες παγανιστικές φιλοσοφίες σχετικά για την ζωή μετά το θάνατο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το έργο του Ευριπίδη, Άλκηστις, όπου ο Ηρακλής μάχεται με τον θεό Θανάτο και διασώζει την Άλκηστη από τα χέρια του, φέρνοντάς την πίσω στον σύζυγό της. Η αναπαράσταση της σκηνής στην αρχαία τέχνη μπορεί να έχει επηρεάσει τη χριστιανική τεχνοτροπία εικονογράφησης, στην οποία ο Ιησούς σώζει τον Αδάμ και την Εύα από τον Άδη. Αλλά ο κατάφωρα μυθολογικός χαρακτήρας ολόκληρου του δράματος δεν μας ενθαρρύνει να πιστεύουμε ότι είτε οι φιλόσοφοι είτε ο απλός λαός πίστευαν πραγματικά ότι ο Ηρακλής ή οποιοσδήποτε άλλος μπορούσε ή θα έσωζε τους ανθρώπους κυριολεκτικά από τον θάνατο.

Πράγματι, όποτε το ζήτημα της σωματικής ανάστασης λαμβάνει μέρος στον αρχαίο κόσμο η αντίδραση είναι αρνητική. Ο Όμηρος δεν φαντάζεται ότι υπάρχει τρόπος για επιστροφή. Ο Πλάτωνας πιστεύει ότι κάποιος με σώας τας φρένας ποτέ δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο. Μπορεί ή όχι να υπάρχουν διάφορες μορφές ζωής μετά το θάνατο, αλλά το μόνο πράγμα που δεν υπάρχει είναι η ανάσταση: η λέξη ανάσταση αναφέρεται σε κάτι που όλοι γνωρίζουν ότι δεν συμβαίνει. Κλασικό παράδειγμα είναι αυτό στο έργο του Αισχύλου, Ευμενίδες, στο οποίο κατά την ίδρυση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ο ίδιος ο Απόλλωνας δηλώνει ότι όταν ένας άνθρωπος πεθάνει και το αίμα του χυθεί στο έδαφος, δεν υπάρχει ανάσταση.

Η γλώσσα της ανάστασης (ή κάτι παρόμοιο), χρησιμοποιήθηκε στην Αίγυπτο σε σχέση με την πολύ πλήρη και ανεπτυγμένη άποψη του λαού σχετικά για την ζωή πέραν από το θάνατο. Αλλά αυτή η καινούργια ζωή ήταν κάτι που είχε, όπως πίστευαν, ήδη ξεκινήσει και δεν περιλάμβανε την πραγματική σωματική επιστροφή στον υλικό κόσμο. Ούτε ξεγελάστηκαν από την ιδέα ότι οι νεκροί απολάμβαναν ήδη μια πλήρη ζωή πέρα από τον τάφο. Όταν οι ενθουσιώδεις Αιγύπτιοι προσπάθησαν να δείξουν στον νέο τους άρχοντα τον Αύγουστο το θησαυρό τους από θαυμάσιες μούμιες, απάντησε ότι ήθελε να δει βασιλιάδες, όχι πτώματα.

Τι εννοούσαν τότε οι άνθρωποι όταν μιλούσαν για “ελπίδα” και μάλιστα έχτισαν ναούς της “θεάς Ελπίδας”, συμπεριλαμβανομένων μερικών στη Ρώμη; Πολύ απλά κοσμικές – υλικές προσδοκίες: ειρήνη και ασφάλεια, κοινωνική σταθερότητα, καλές καλλιέργειες και συγκομιδές, μεγάλες οικογένειες και καλή τύχη, και για τους περισσότερους, το καλύτερο μέλλον, ήταν ένα μέλλον με δημοφιλία και φήμη.

Κάποιοι μέσα στον αρχαίο παγανιστικό κόσμο πίστευαν στην αποθέωση των ηρώων και των βασιλιάδων. Ο μυθολογικός Ηρακλής ξεκίνησε ως θνητός και δοξάστηκε σαν Θεός. Οι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες, από τον Αλέξανδρο μέχρι την Ιουλιο-Κλαυδιανή Δυναστεία, τακτικά θεοποιούνταν χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους, με την ψυχή τους να ανεβαίνει προς τον ουρανό, ίσως με την μορφή κομήτη, όπως με τον Ιούλιο Καίσαρα ή σαν ένας αετός, όπως απεικονίζεται στην Αψίδα του Τίτου. Οι απλοί θνητοί δεν περίμεναν κάτι τέτοιο φυσικά. Και η εύθυμη παρωδία του Σενέκα για την αποθέωση του Κλαύδιου, αν και είναι βέβαια γραμμένη για να αναδείξει την καλή τύχη της Ρώμης που θα έχει τον Νέρωνα ως διάδοχό του, μας κάνει να αναρωτηθούμε πόσοι Ρωμαίοι τελικά πίστευαν πραγματικά ότι οι αυτοκράτορες ή τουλάχιστον οι καλοί αυτοκράτορες, ήταν τώρα ζωντανοί και βρισκόντουσαν μαζί με τον Δία και τον Απόλλων και τους άλλους θεούς. Εν τέλη, ένα είναι σίγουρο, ότι ένας βασιλιάς για τους αρχαίους παγανιστές, σε σχέση με την ελπίδα, θα έπρεπε να φέρει ελευθερία, ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία.

2. Ιουδαϊσμός

Όταν στρέφουμε στον αρχαίο Ιουδαϊσμό, η εικόνα είναι πολύ παρόμοια και παράλληλα πολύ διαφορετική. Το εβραϊκό Sheol, ο τόπος των νεκρών, δεν διαφέρει πολύ από τον Άδη του Ομήρου. Οι άνθρωποι κοιμούνται. Μπορεί μερικές φορές να ξυπνήσουν, όπως με τον Σαούλ και τον Σαμουήλ, αλλά είναι επικίνδυνο και απαγορευμένο. Αυτή είναι η εικόνα που παίρνουμε από το μεγαλύτερο μέρος της Παλαιάς Διαθήκης.

Οι Ψαλμοί αρχίζουν να διερευνούν τρόπους με τους οποίους η αγάπη του ΓΙΑΧΒΕ θα είναι γνωστή μετά το θάνατο. Είναι φανερό ότι είναι δύσκολο να εξηγηθούν αυτά τα αποσπάσματα και παραμένουν αμφιλεγόμενα. Ο Ψαλμός 73 είναι ίσως η πιο ξεκάθαρη δήλωση μεταθανάτιας ελπίδας. Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, οι βιβλικές αναφορές για μια ελπίδα πέρα από τον τάφο δεν βασίζονται στην ύπαρξη μιας αιώνιας αθάνατης ψυχής που θα έχει αυτόματα μια μελλοντική άπειρη ύπαρξη μετά τον θάνατο, αλλά στην τωρινή αγάπη και στην φιλευσπλαχνία του ΓΙΑΧΒΕ, η οποία θα συνεχίσει και μετά τον θάνατο.

Η εβραϊκή ελπίδα φεύγει από τα όρια του αρχαίου παγανισμού τελείως, μιλώντας για την ανάσταση. Η υποτιθέμενη Ζωροαστριακή προέλευση αυτής της πίστης εξακολουθεί να υποστηρίζεται από μερικούς, αλλά έντονα απορρίπτεται από άλλους, οι οποίοι βλέπουν τις μεταφορές του Ησαΐα 26 και του Ιεζεκιήλ 37 και των προηγούμενων υποδείξεων στον Ωσηέ 6, να ανοίγουν το δρόμο για μια νέα άποψη που δημιουργείται αποκλειστικά από τον λαό του Ισραήλ για τις βασικές πεποιθήσεις, οι οποίες έρχονται σε πλήρη έκφραση στο Κεφάλαιο 12 του Δανιήλ.

Ασχέτως με το τι συχνά προτείνεται, αυτή η πίστη όταν εμφανίζεται, βρίσκεται σε παράδοξη συνέχεια με την αρχαία εβραϊκή πίστη στο Σιεόλ. Σε αντίθεση με τους Πλατωνιστές, που προτιμούσαν την άυλη αθανασία της ψυχής, εκείνοι που πίστευαν στην ανάσταση συμφώνησαν με τους αρχαίους Ισραηλίτες ότι η πραγματική ζωή σήμαινε ζωή με σώμα, με ύλη. Η διαφορά είναι ότι στην προηγούμενη άποψη οι άνθρωποι του Σιεόλ δεν μπορούν να επιστρέψουν (όπως στο βιβλίο του Ιώβ, εκτός από το αμφισβητούμενο χωρίο στο κεφάλαιο 19), ενώ την ανάμνηση της ανάστασης μπορούν να την έχουν και την θέλουν. Είναι επομένως παραπλανητικό να προτείνουμε μια σταθερή εξέλιξη της Παλαιάς Διαθήκης, από «καμία μελλοντική ελπίδα» σε μια «μη υλική-σωματική μελλοντική ελπίδα» και μετά σε μια «γεμάτη ελπίδα αναστάσεως». Το πρώτο και το τρίτο στάδιο έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους.

Ο μετα-βιβλικός ιουδαϊσμός προσφέρει μια σειρά από πεποιθήσεις για τη ζωή μετά το θάνατο. Η ανάσταση δεν είναι σε καμία περίπτωση η μόνη επιλογή και όταν διευκρινίζεται, δεν είναι μια γενική λέξη για τη ζωή μετά το θάνατο, αλλά ένας όρος για μια συγκεκριμένη πεποίθηση. Στην πραγματικότητα, η ανάσταση δεν είναι απλώς μια μορφή «ζωής μετά το θάνατο». Η ανάσταση δεν έχει συμβεί ακόμα. Οι άνθρωποι δεν περνούν άμεσα από τον θάνατο στην ανάσταση, αλλά περνούν από μια ενδιάμεση κατάσταση, μετά την οποία ο θάνατος του σώματος θα “ακυρωθεί” με την ανάσταση. Η ανάσταση δεν σημαίνει, επομένως, «επιβίωση». Δεν είναι ένας τρόπος να περιγράψουμε το είδος της ζωής που θα μπορούσε να υπάρξει αμέσως μετά τον φυσικό θάνατο. Δεν είναι το άμεσο αποτέλεσμα του θανάτου. Τόσο στον παγανισμό όσο και στον Ιουδαϊσμό αναφέρεται στην ακύρωση, την ανατροπή, την κατάκτηση του θανάτου και των επιπτώσεών του. Αυτό είναι το όλο θέμα. Αυτό είναι που ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, ο Αισχύλος και οι άλλοι αρνήθηκαν και αυτό επιβεβαίωσαν ορισμένοι Εβραίοι και οι πρώτοι Χριστιανοί.

Η ανάσταση, με άλλα λόγια, σημαίνει να σου δοθεί πίσω το σώμα σου, ή ίσως ο Θεός να δημιουργήσει ένα νέο παρόμοιο σώμα, κάποια στιγμή μετά το θάνατο. Είναι στην πραγματικότητα η ζωή μετά τη «ζωή μετά το θάνατο», γιατί όπου βρίσκεται πίστη στην ανάσταση, βρίσκεται επίσης, αναπάντεχα, μια πίστη σε κάποιο είδος ενδιάμεσης κατάστασης μεταξύ του θανάτου και της ανάστασης. Διάφοροι τρόποι περιγραφής για αυτό αναπτύχθηκαν: οι ψυχές των δίκαιων, είπε η Σοφία (3. 1), ήταν στο χέρι του Θεού. Άλλοι μίλησαν για μια σχεδόν αγγελική ενδιάμεση ύπαρξη ή για πνεύματα που έζησαν πριν την ανάσταση. Οι πατριάρχες ήταν «ζωντανοί στον Θεό». Ο περσικός όρος «παράδεισος» χρησιμοποιήθηκε, όχι απαραίτητα για τον τελικό προορισμό, αλλά (π.χ. 1 Ενώχ 37-70), για τον ειρηνικό κήπο όπου οι άνθρωποι αναπαύονται πριν αρχίσει η νέα σωματική ζωή τους.

Δεν υπάρχει εδώ χώρος για να αναλυθούν οι μεμονωμένες πηγές, οι οποίες συχνά αμφισβητούνται. Σχολιάζω μόνο την γενική άποψη της εβραϊκής πίστης. Το φάσμα τρέχει από εκείνους που αρνούνται την ανάσταση μέχρι σε όσους την περιμένουν. Οι Σαδδουκαίοι την αρνούνται, υπενθυμίζοντάς μας ότι η ανάσταση ήταν και παρέμεινε μια ρητά πολιτική μεταφορική διδασκαλία, ότι ο Θεός θα μετατρέψει τον παρόντα κόσμο και τις δομές εξουσίας του “αντίστροφα”, προς το καλό, όπως και το σώμα όταν πεθαίνει “αντιστρέφεται” προς την ζωή και έρχεται πάλι πίσω. Έτσι, η πίστη των Φαρισαίων στην ανάσταση ήταν μέρος της γενικά επαναστατικής τους ιδεολογίας: όπως στον Δανιήλ και τους Μακκαβαίους, η ανάσταση ήταν κίνητρο για μαρτύριο. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι οι Εσσαίοι πίστευαν στην ανάσταση. αλλά πιστεύω ότι η Σοφία του Σολομώντα 3. 7-8 διδάσκει την ανάσταση, μια εκ νέου ενσάρκωση για τους δίκαιους των οποίων οι ψυχές βρίσκονται σήμερα στο χέρι του Θεού και τους οποίους θα τους δοθεί μια νέα ζωή στην οποία, στην καταστροφή των πρώην διωκτών τους και θα επιστρέψουν και θα κυριαρχήσουν πάνω σε έθνη και βασίλεια.

Η ανάσταση είναι επομένως ένα μόνο σημείο στο φάσμα των εβραϊκών πεποιθήσεων για τη ζωή μετά το θάνατο. Εάν ο Χριστιανισμός ήταν απλά μια αίρεση διάφορων Εβραίων που είχαν ακολουθήσει τον Ιησού, θα περιμέναμε μια παρόμοια διάδοση πολλών απόψεων και δογμάτων. Και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν, είναι ένα μεγάλο μέρος της ερώτησής μας για τη χριστιανική προέλευση.

Το δεύτερο σημείο που πρέπει να σημειωθεί σχετικά με την εβραϊκή πίστη στην ανάσταση είναι ότι, όπου υπήρχε δεν ήταν ποτέ ξεχωριστή πίστη. Ήταν πάντα μέρος μιας ευρύτερης εικόνας του τι θα έκανε ο Θεός για το έθνος και τον κόσμο.

Αυτό είναι όπου ο Ησαΐας 26 και ο Ιεζεκιήλ 37 λένε. Αν και ήδη στον πρώτο αιώνα, ίσως ήδη στο Δανιήλ, κάποιοι τους διάβαζαν ως προφητείες μίας κυριολεκτικής ανάστασης, το συμφραζόμενό τους, επιμένει ότι ο Θεός προτίθεται να αποκαταστήσει το Ισραήλ, καθώς η άποψη αυτή δεν είναι μια μεμονωμένη ελπίδα για κάποιο άτομο, όπως συμβαίνει συχνά στο σύγχρονο δυτικό κόσμο. Είναι η ελπίδα για το έθνος. Ο Θεός θα βάλει τον κόσμο σε σωστό δρόμο, φέρνοντας κρίση πάνω στο ισχυρό και αλαζονικό, και το έλεος για τους φτωχούς και καταπιεσμένους. Και όταν θα γίνει η ανάσταση, θα γίνει επομένως σε όλους τους ανθρώπους του Θεού την ίδια στιγμή.

Η ανάσταση είναι ένα σημείο σε ένα ευρύτερο φάσμα: θα συμβεί ταυτόχρονα, ως μέρος των υποσχέσεων του Θεού για τον Ισραήλ και τον κόσμο.

Και, τρίτον, δεν ήταν αρκετά λεπτομερής. Οι ραβίνοι συζητούν εάν ο Θεός θα ξεκινήσει με την ψυχή και θα οικοδομήσει σταδιακά στο σώμα ή αν, όπως στον Ιεζεκιήλ, ο Θεός θα ξεκινήσει με τα οστά και θα προσθέσει τη σάρκα και τα νεύρα, προσθέτοντας τελικά την αναπνοή όπως στη Γένεση 2. Σε κάθε περίπτωση, φυσικά, σε αυτό που καταλήγουμε είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε ένα φυσικό σώμα, αλλά δεν υπήρχε συμφωνία ως προς το αν αυτό το σώμα θα ήταν ακριβώς όπως αυτό που υπήρχε πριν ή σε σημαντικό βαθμό διαφορετικό. Οι Μακκαβαίοι μάρτυρες εκφοβίζουν τους βασανιστές τους με την υπόσχεση ότι ο Θεός θα τους δώσει πίσω τα χέρια τους, τις γλώσσες τους και ούτω καθεξής, τα οποία σήμερα είναι ακρωτηριασμένα. Αυτό μάλλον δείχνει, μια πεποίθηση ότι η ανάσταση σημαίνει μια επιστροφή σε μια μορφή ζωής πολύ παρόμοια με την παρούσα. Αλλά δεν υπάρχει ομοφωνία γι’ αυτό. Άλλα κείμενα, όπως ο Δανιήλ 12, μπορούν να ερμηνευτούν με όρους λαμπρής ανάστασης, το σώμα που θα λάμπει σαν αστέρι. Η πίστη παραμένει ασαφής.

Τέλος, τουλάχιστον κάποιοι από εκείνους που πίστευαν στην ανάσταση πίστευαν επίσης στην έλευση του Μεσσία, αν και η σχέση μεταξύ Μεσσία και ανάστασης δεν είναι συνήθως ξεκάθαρη. Ο Μεσσίας θα νικήσει τους εχθρούς του ΓΙΑΧΒΕ, θα ανοικοδομήσει ή θα καθαρίσει τον Ναό από το κακό και θα καθιερώσει την κυριαρχία του ΓΙΑΧΒΕ στον κόσμο. Η πίστη στην έλευση ενός Μεσσία ήταν προφανώς πολιτική και θεολογική, όπως μαρτυρούν τα Μεσσιανικά κινήματα της εποχής. Η Ανάσταση και ο Μεσσίας μαζί θα συμβούν, την εποχή που ο Θεός θα είναι βασιλιάς και οι σημερινοί ηγέτες (ο Καίσαρ, ο Ηρώδης, Σαδδουκαίοι) θα καταργηθούν. Και τα δύο μαζί είναι σημάδι για την προσεχή Βασιλεία του Θεού.

Μέσα από ένα τέτοιο προφητικό και Μεσσιανικό κίνημα εμφανίστηκαν οι πρώτοι χριστιανοί, λέγοντας δύο πράγματα: O Ιησούς ήταν και είναι ο Μεσσίας και ότι αυτό αποδεικνύεται επειδή έχει αναστηθεί από τους νεκρούς.

Αλλά προτού μπορέσουμε να εξετάσουμε αυτούς τους ισχυρισμούς, πρέπει να εξετάσουμε τις πρωτοχριστιανικές απόψεις για τη μελλοντική ελπίδα, συμπεριλαμβανομένης της ζωής μετά το θάνατο, την ανάσταση και μερικά ευρύτερα ζητήματα όπως ο Μεσσίας σε σχέση με τον Ιουδαϊσμό και τον παγανισμό.

3. Η πρωτοχριστιανική ελπίδα

Οι πρώιμες χριστιανικές απόψεις για τη ζωή μετά το θάνατο, ανήκαν σαφώς στο εβραϊκό φάσμα, όχι στο παγανιστικό, αλλά ήταν επίσης σαφώς διαφορετικές.

Αυτό μας γεννάει μια νέα ερώτηση: Γιατί ξανασκέφτηκαν την ελπίδα με αυτόν τον τρόπο;

Σχεδόν όλοι οι πρώτοι χριστιανοί πίστευαν ότι η απόλυτη ελπίδα τους ήταν η ανάσταση του σώματος. Δεν υπάρχει φάσμα απόψεων όπως στον Ιουδαϊσμό. Κάποιοι στην Κόρινθο αρνήθηκαν τη μελλοντική ανάσταση (1 Κορινθίους 15, 12), αλλά ο Παύλος τους έβαλε στον σωστό θεολογικό χριστιανικό δρόμο. Πιθανότατα κινδύνευαν να επανέλθουν σε παγανιστικές απόψεις.

Αυτή η σχεδόν πλήρης απουσία ενός φάσματος πεποιθήσεων απαιτεί εξήγηση, αλλά προτού να μπορέσουμε να προσφέρουμε μία, πρέπει να προσθέσουμε δύο περαιτέρω σημεία:

Πρώτον, η πρωτοχριστιανική πίστη στην ανάσταση είχε πολύ πιο ακριβή μορφή και περιεχόμενο από ό, τι βρίσκουμε στον ιουδαϊσμό. Στον πρώιμο Χριστιανισμό, προφανώς στον Παύλο, αλλά όχι μόνο εκεί, η ανάσταση θα είναι μια πράξη νέας δημιουργίας, που πραγματοποιείται από το Άγιο Πνεύμα, και το σώμα είναι ήδη προγραμματισμένο από τον Θεό να επανέλθει. Αλλά δεν θα είναι μια απλή επιστροφή στο ίδιο είδος σώματος όπως πριν, ούτε θα είναι μια εγκατάλειψη της σάρκας. Θα περιλαμβάνει μετασχηματισμό: Το δώρο ενός νέου σώματος με διαφορετικές ιδιότητες. Αυτό είναι τόσο βαθύ στον πρώιμο Χριστιανισμό που επηρεάζει ήδη τη διδασκαλία άλλων θεμάτων, όπως το βάπτισμα (Ρωμαίους 6) και την ηθική (Κολοσσαείς 3).

Από πού προέκυψε αυτή η ιδέα; Όχι από κάποια αρχαία παγανιστική φιλοσοφία που γνωρίζουμε και σίγουρα όχι από οποιοδήποτε αρχαία Ιουδαϊκή άποψη. Το πιο γνωστό χαρακτηριστικό της ανάστασης στο Δανιήλ 12 είναι ότι οι δίκαιοι θα λάμπουν σαν αστέρια, αυτό είναι ένα πράγμα που οι πρώτοι Χριστιανοί δεν λένε για την ελπίδα της ανάστασης, εκτός από ένα εδάφιο του ευαγγελίου (Ματθαίος 13: 43) που δεν βρίσκεται πουθενά αλλού, ούτε στην χριστιανική παράδοση, ούτε στην γραφή ούτε στην θεολογία.* Η ελπίδα της ανάστασης δεν είναι μόνο πρακτικά καθολική στον πρώιμο Χριστιανισμό αλλά είναι πολύ πιο έντονα επικεντρωμένη από το αντίστοιχο των εβραϊκών απόψεων.

Τι εννοούν λοιπόν οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης όταν μιλούν για μια κληρονομιά που μας περιμένει στον ουρανό; Αυτό ήταν πολύ παρεξηγημένο, με εκπληκτικά αποτελέσματα στις παραδόσεις, στην προσευχή, και στη ζωής και την τέχνη. Τα σημείο τέτοιων χωρίων, όπως στο 1 Πέτρου 1, 4, 2 Κορινθίους 5, 1, Φιλιππησίους 3, 20 και ούτω καθεξής, δεν είναι ότι κάποιος πρέπει να «πάει στον ουρανό», όπως στη λαϊκή φαντασία, για να απολαύσει την κληρονομιά εκεί. Είναι μάλλον ότι ο «ουρανός» είναι ο τόπος όπου ο Θεός “αποθηκεύει” τα σχέδιά του και τους σκοπούς του για το μέλλον. Εάν πω σε φίλο ότι υπάρχει μπύρα στο ψυγείο, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μπει στο ψυγείο για να απολαύσει την μπύρα. Όταν οι πρώτοι Χριστιανοί μιλάνε για ένα νέο σώμα στον ουρανό ή μια κληρονομιά στον ουρανό, αυτό σημαίνει αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης στην Αποκάλυψη 21, η νέα ταυτότητα η οποία επί του παρόντος διατηρείται ασφαλής στον ουρανό θα μεταφερθεί από τον ουρανό στη γη την μεγάλη στιγμή της ανανέωσης. Ναι: η πλειοψηφία των μεσσιανικών χριστιανικών εκφράσεων ελπίδας μέσω της αναμόρφωσης, έχουν παραπλανήσει. Ο «ουρανός» δεν είναι ο απώτερος προορισμός του Χριστιανού. Για τα ανανεωμένα σώματα χρειαζόμαστε έναν ανανεωμένο κόσμο, συμπεριλαμβανομένης μιας ανανεωμένης γης. Αυτό υπόσχεται η Καινή Διαθήκη.

Ο τρίτος τρόπος με τον οποίο η πρωτοχριστιανική πίστη για την ανάσταση είναι σημαντικά διαφορετική από εκείνη του κατά την περίοδο του “Δευτέρου Ναού”, ειδικά στον Παύλο, η «ανάσταση» έχει χωριστεί σε δύο είδη. Ο Παύλος εξακολουθεί να βλέπει την «ανάσταση των νεκρών» ως ένα μοναδικό θεολογικό γεγονός, αλλά λαμβάνει χώρα σε δύο φάσεις: πρώτον τού Μεσσία, στη συνέχεια όλου του λαού Του. Αυτό επίσης έχει νόημα μόνο στο “δεύτερο Ιουδαϊκό Ναό”, αλλά είναι κάτι που δεν υποστήριξε προηγουμένως κανένας Εβραίος κατά την περίοδο του δευτέρου Ναού. Η ανάσταση για τους εβραίους υπήρχε ως μια μοναδική καθολική στιγμή και όχι μόνο για έναν άνθρωπο.

Αυτές οι τροποποιήσεις και εκλεπτύνσεις της εβραϊκής πίστης απαιτούν μια ιστορική εξήγηση. Αλλά υπήρξαν και άλλες τροποποιήσεις. Αυτοί οι Εβραίοι που πίστευαν στην ανάσταση ανέπτυξαν, όπως είδαμε, θεολογίες σχετικά για ένα προσωρινό στάδιο αυτών που είχαν πεθάνει, θεολογικές ιδέες οι οποίες κρατούσαν την πεποίθηση ότι οι σωματικά νεκροί δεν είχαν πάψει να υπάρχουν, αλλά ότι ήταν ακόμα εκεί και θα αναστηθούν την ημέρα της κρίσης. Οι πρώτοι Χριστιανοί, που επιδιώκουν να λένε το ίδιο πράγμα, χρησιμοποίησαν κάποιες διαφορετικές εκφράσεις. Μιλούσαν για ανθρώπους που «κοιμούνται εν Χριστώ». Η Αποκάλυψη μιλάει για τις ψυχές κάτω από το θυσιαστήριο που ρωτούν τι ώρα είναι και λαμβάνουν ως απάντηση να αναπαυθούν. Ο ληστής θα είναι με τον Ιησού στον Παράδεισο – που προφανώς δεν είναι ένας τελικός προορισμός. Ο Παύλος μιλάει για την επιθυμία του να «αναχωρήσει και να είναι με τον Μεσσία, κάτι που είναι πολύ καλύτερο». Η Καινή Διαθήκη μιλά για τους νεκρούς οι οποίοι βρίσκονται στον ουρανό, ακόμη και ως προσωρινή κατάσταση ανάπαυσης. Στην Αποκάλυψη 21 η Νέα Ιερουσαλήμ, η νύφη του Χριστού, κατεβαίνει στη γη από τον ουρανό, όπου περίμενε ώσπου να γίνει ο γάμος.

Ο Ιησούς δεν είχε κάνει όσα αναμενόταν να κάνει ο Μεσσίας. Δεν είχε κερδίσει ούτε μια νίκη επί των πολιτικών εχθρών του Ισραήλ ούτε αποκατέστησε τον Ναό. Ούτε είχε φέρει τη δικαιοσύνη και την ειρήνη του Θεού στον κόσμο. Ο λύκος δεν κοιμόταν ακόμα με το αρνί. Αλλά οι πρώτες παραδόσεις του ευαγγελίου διαμορφώνονται ήδη από την πεποίθηση ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας του Ισραήλ. Ο Παύλος συχνά τον αποκαλεί “Χριστό”, εκτός και αν αυτός ο όρος έγινε γι’ αυτόν απλώς ένα όνομα (το οποίο αμφισβητώ), αυτό μόνο δείχνει πόσο σταθερά η μεσσιανική ταυτότητα του Ιησού είχε ήδη καθιερωθεί ήδη από τις ημέρες του Παύλου.

Για την Αποκάλυψη, ο Ιησούς είναι το Λιοντάρι της φυλής του Ιούδα. Ο ιστορικός είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει το ερώτημα: Μα μόλις ο Ιησούς είχε σταυρωθεί, γιατί να πει κάποιος ότι ήταν ο Μεσσίας του Ισραήλ;

Κανείς δεν είπε κάτι τέτοιο σχετικά με τον Ιούδα τον Γαλιλαίο, αφού η εξέγερσή του τελείωσε αποτυχημένα το 6 μ.Χ. Κανείς δεν το είπε για τον Σίμον Βαρ-Γιόρα μετά το θάνατό του, στο τέλος του θριάμβου του Τίτου το 70 μ.Χ. Κανείς δεν το είπε για τον Βαρ-Κοχβάρ μετά την ήττα και το θάνατό του στο 135 μ.Χ. Αντίθετα. Όταν τα μεσσιανικά κινήματα προσπάθησαν να συνεχίσουν μετά το θάνατο του υποτιθέμενου Μεσσία, το σημαντικότερο καθήκον τους ήταν να βρουν έναν άλλο Μεσσία. Το γεγονός ότι οι πρώτοι Χριστιανοί δεν το έκαναν αυτό, αλλά συνέχισαν, ενάντια σε όλα τα προηγούμενα, να θεωρήσουν τον Ιησού Μεσσία, παρά τους εξαιρετικούς εναλλακτικούς υποψηφίους, όπως ο δίκαιος, αφοσιωμένος και σεβαστός Ιάκωβος, ο αδελφός του Ιησού, είναι στοιχεία που απαιτούν μια εξήγηση.

Όπως και με τις πεποιθήσεις τους για την ανάσταση, επαναπροσδιόρισαν τον ίδιο τον Μεσσιανισμό και μαζί τους την όλη άποψή τους για το πρόβλημα που αντιμετώπισε το Ισραήλ και ο κόσμος, και τη λύση που πίστευαν ότι είχε δώσει ο Θεός. Παρέμειναν σε ένα βαθμό, ένα κλασικό εβραϊκό μεσσιανικό κίνημα, λόγω της έντονης υπακοής τους στον Μεσσία τους, προσπαθώντας να κάνουν το Ισραήλ και ολόκληρο τον κόσμο να δεχθεί το όνομά του. Αλλά ο τρόπος αυτής της αξίωσης και η ίδια η υποκείμενη αφοσίωση τους, ήταν ριζικά επαναπροσδιορισμένα.

Η άνοδος του πρώιμου Χριστιανισμού, και η μορφή που πήρε σε δύο κεντρικά και ζωτικά σημεία, ωθεί τον ιστορικό να θέσει το ερώτημα ώστε να δοθεί μια εξήγηση. Οι πρώτοι Χριστιανοί διατήρησαν την εβραϊκή πίστη στην ανάσταση, αλλά την κατέστησαν πιο ακριβή. Διατήρησαν την εβραϊκή πίστη σε έναν ερχόμενο Μεσσία, αλλά το έκαναν αρκετά δραστήρια και με πάθος γύρω από τον ίδιο τον Ιησού. Γιατί;

4. Λόγοι ανάπτυξης: Από τη θεολογία στην ιστορία

Η απάντηση που έδωσαν οι ίδιοι οι πρώτοι Χριστιανοί για αυτές τις αλλαγές, φυσικά, είναι ότι ο Ιησούς της Ναζαρέτ αναστήθηκε σωματικά από τους νεκρούς την τρίτη ημέρα μετά τη σταύρωσή του. Είναι η ίδια η ανάσταση του Ιησού που έχει δώσει δύναμη και νέα μορφή στη χριστιανική ελπίδα. [15] Ήταν, επιμένουν, η ίδια η ανάσταση του Ιησού που τον συγκρότησε ως Μεσσία και, αν είναι ο Μεσσίας, είναι και ο Κύριος του κόσμου. Τι εννοούσαν με αυτό και τι τους έφερε σε μια τέτοια πεποίθηση;

Πρέπει τώρα να φτάσουμε στο τρίτο και στο τέταρτο στάδιο του επιχειρήματός μου. Πρώτον, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι πραγματικά είχαν την πίστη ότι ο Ιησούς είχε αναστηθεί σωματικά. Δεν χρησιμοποιούσαν απλώς τη γλώσσα αυτή για να περιγράψουν κάτι άλλο, μια διαφορετική πίστη για τον Ιησού ή μια διαφορετική εμπειρία που είχαν. Δεύτερον, πρέπει να ρωτήσουμε ως ιστορικοί, τι θα μπορούσε να τους έχει προκαλέσει μια τέτοια πεποίθηση;

Είναι ξεκάθαρο ότι οι μαθητές προέκυψαν από την διδασκαλία του ίδιου του Ιησού. Ένα από τα πολλά περίεργα πράγματα για τη διδασκαλία του Ιησού είναι ότι αν και η ανάσταση ήταν ένα πολύ γνωστό θέμα συζήτησης τότε, έχουμε μόνο ένα σύντομο σχόλιό του σχετικά με το θέμα, απαντώντας στην ερώτηση των Σαδδουκαίων Εκτός από αυτό, υπάρχουν οι σύντομες προφητείες για το πάθος και την ανάσταση του Ιησού, που πολλές φορές γίνεται η υπόθεση ότι είναι vaticinia ex eventu, (δηλαδή είχε προηγηθεί το γεγονός και μετά γράφτηκε η προφητεία)

Αυτά δεν αρκούν για να υποδείξουν ότι εφευρέθηκαν οι ιστορίες από τους μαθητές για την ανάσταση του Ιησού, μετά το θάνατό του. Υπήρξαν και άλλοι Εβραίοι είχαν πεθάνει υποσχόμενοι ανάσταση, πχ οι Μακκαβαίοι. Οι Μακκαβαίοι είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα (2 Μακκαβαίων 7, κλπ. ). Οι οπαδοί τους θεώρησαν ως ήρωες και μάρτυρες, και πίστευαν με ευλάβεια ότι θα αναστηθούν από τους νεκρούς, αλλά κανείς δεν είπε ότι αναστήθηκαν, για τον προφανή λόγο ότι δεν το είχαν κάνει. Ακόμα και αν, με κάθε πιθανότητα, υποθέσουμε ότι οι μαθητές είχαν πράγματι επινοήσει ιστορίες ανάστασης βάσει των προφητειών του Ιησού κατά την διάρκεια της ζωής του, αυτή η υπόθεση θα εξακολουθεί να μην λαμβάνει υπόψη τις τροποποιήσεις και την νέα εστίαση στις υπάρχουσες εβραϊκές έννοιες της ανάστασης.

Μια συχνή πρόταση, η οποία έχει πάρει διάφορες μορφές, είναι ότι αν και η αρχική εκκλησία χρησιμοποίησε τη γλώσσα της ανάστασης για τον Ιησού και τελικά έγραψε ιστορίες για το πώς συνέβη αυτό, αυτό προέκυψε αρχικά από κάτι διαφορετικό, διαφορετική εμπειρία ή πίστη. Ειδικότερα, κάποιοι είπαν ότι οι οπαδοί του Ιησού ήρθαν πρώτα στην πίστη λόγω της διδασκαλίας του Ιησού και από αυτά που τους έλεγε και από αυτό συνήγαγαν με την σκέψη των όσων τους είχε πει, ότι είχε αναστηθεί από τους νεκρούς.

Αυτό χρειάζεται λίγο περισσότερη επεξήγηση. Μερικές φορές έχει υποστηριχθεί, ή πιο συχνά θεωρηθεί, ότι οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς είχε εξυψωθεί και ότι είτε εξέφρασαν αυτή την πίστη λέγοντας ότι είχε αναστηθεί από τους νεκρούς (παραπλανητικά) ή υπέθεσαν από αυτό ότι είχε πράγματι αναστηθεί από τους νεκρούς (αν και πάλι προκύπτει η ερώτηση, γιατί να έλεγαν κάτι τέτοιο, σε έναν κόσμο όπου η «ανάσταση» ήταν κάτι που είχε να κάνει με τα σώματα, και για αυτό το λόγο ήταν κάτι που θα συνέβαινε σε όλους τους δίκαιους συγχρόνως; δεν είναι σαφές). Άλλες φορές έχει υποστηριχθεί ότι οι μαθητές πίστεψαν στην πραγματική θεότητα του Ιησού, ίσως βιώνοντας τον ως θεία παρουσία και το εξέφρασαν αυτό λέγοντας ότι είχε αναστηθεί. Και σε αυτή την περίπτωση, η λογική αποτυγχάνει σε κάθε σημείο όταν θυμόμαστε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν αυτές οι ιδέες στον κόσμο του πρώτου αιώνα.

Είναι αλήθεια ότι ο Παύλος μπορεί μερικές φορές να μιλά απλώς για το θάνατο και την “εξύψωση” του Ιησού, χωρίς να αναφέρει ρητώς την ανάσταση, όπως στην επιστολή προς Φιλιππησίους 2. 6-11 – αν και είναι εξίσου αλήθεια ότι στην ίδια επιστολή μιλάει εμφατικά για τον σωματικό μετασχηματισμό.

Αυτό, νομίζω, δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Αν υποθέσουμε, όπως συμβαίνει συχνά, ότι ο ισχυρισμός για την ανάσταση του Ιησού είναι απλώς ένας ωραιοποιημένος, ίσως εβραϊκός, τρόπος να μιλάμε γι ‘αυτόν που πήγε στον ουρανό όταν πέθανε», έτσι ώστε ο θάνατός του και η «εξύψωσή του» να ήταν στην ουσία το ίδιο πράγμα, και από κοινού να αποτελούν το θεϊκό αυτό στοιχείο, από πού προέρχεται αυτή η ιδέα;

Συχνά ακούω να λένε, ότι ο Ιησούς πέθανε και ότι «αναστήθηκε στον ουρανό», αλλά αυτό δεν είναι ακριβώς αυτό που είπαν οι πρώτοι Χριστιανοί. Αναστήθηκε από τους νεκρούς, ναι. Πήγε στον ουρανό, ναι. Αλλά η ανάσταση δεν σήμαινε ποτέ «να πας στον ουρανό όταν πεθάνεις», και σίγουρα δεν σήμαινε κάτι τέτοιο όταν οι άνθρωποι το χρησιμοποίησαν για να μιλήσουν για τον Ιησού. Όχι: αν οι πρώτοι Χριστιανοί εννοούσαν κάτι τέτοιο, η συζήτηση μιας ενδιάμεσης κατάστασης ανάμεσα στον θάνατο και την ανάσταση δεν θα είχε ποτέ προκύψει. – Εκτός και αν θέλουμε να υποθέσουμε ακόμα έναν κύκλο απίθανης ανάπτυξης και παραποίησης της παράδοσης, μεταβαίνοντας από την ανάληψη στην ανάσταση. Οι Εβραίοι όμως είχαν καλά αναπτυγμένους τρόπους να μιλήσουν για τους μάρτυρες που τιμούσαν και σέβονταν και πίστευαν ότι θα ανταμειφτούν στο μέλλον. Αν οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς, κατά τον θάνατό του, είχε πάει σε ένα ιδιαίτερο τόπο τιμής με τον Θεό, αυτό θα ήταν προφανώς που θα έλεγαν.

Οι βασικές ερωτήσεις εδώ είναι οι εξής: (α) εάν ο θάνατος του Ιησού θα μπορούσε από μόνος του να προκαλέσει την παράδοση της εξύψωσης. (β) Εάν όχι, θα υπήρχε κάποια μεταγενέστερη εμπειρία (εκτός από την ίδια την ανάσταση) και (γ) ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο, (ακόμη και αν έπρεπε κάτι να ωθήσει τους ανθρώπους να μιλάνε για τον Ιησού, να είναι υπερήφανοι για αυτόν), να πρέπει να δοξαστεί ή ακόμα και να θεωρείται θεός; Πρέπει να υποθέσουμε ότι από έναν τέτοιο λόγο θα συνήγαγαν ότι είχε αναστηθεί από τους νεκρούς!

Οι απαντήσεις είναι προφανώς αρνητικές. Κάποιος μπορεί να καταλάβει γιατί. Όταν σκεφτόμαστε τις επιλογές που είχαν οι Εβραίοι του πρώτου αιώνα όταν αντιμετώπιζαν την περίπτωση ενός νεκρού Μεσσία, απλά δεν υπάρχει διαδρομή προς αντίθετη κατεύθυνση.

Μερικοί θεολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι μαζί με την ανάσταση του Ιησού ήλθε και η αναγνώριση της θεϊκότητάς του. Ακόμα κι αν ο Πέτρος και οι υπόλοιποι, δύο ή τρεις μέρες μετά τη σταύρωση του Ιησού, είχαν πεισθεί κάπως ότι ήταν το δεύτερο πρόσωπο της Τριάδας – μια ιδέα που χρειάζεται φαντασία – δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι θα μπορούσαν να συμπεράνουν με το ότι ο Θεός «πρέπει» να τον ανέστησε από τους νεκρούς. Η αποθέωση του Ηρακλή, του Αλεξάνδρου και των Καισάρων ήταν, φυσικά, άγνωστη στον Ιουδαϊσμό, αλλά ακόμα κι αν ήταν αυτή γνωστή, δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι θα είχαν προσθέσει την ανάσταση στο “μίγμα” τους. Όχι: Πιστεύω ότι πρέπει να αποσυνδέσουμε σταθερά την ιστορική συζήτηση για την ανάσταση του Ιησού από την ιστορική συζήτηση για την άνοδο μιας πρώιμης, Χριστολογίας (στην οποία πιστεύω επίσης) ή, τουλάχιστον, πρέπει να επιμείνουμε ότι η μόνη αξιόπιστη γραμμή εξήγησης κυμαίνεται από την Ανάσταση στη Χριστολογία, παρά στην το αντίθετο.

Σε κάθε περίπτωση, με όλους αυτές τις αναφορές, ότι δήθεν οι μαθητές δημιούργησαν την ανάσταση του Ιησού από κάτι άλλο, ή εξέφρασαν κάποια άλλη πίστη και εννοούσαν αλλιώς το: «αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς», εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε τα μεγάλα προβλήματα: γιατί η ίδια η «ανάσταση» και η ελπίδα για έναν Μεσσία όπως τις βρίσκουμε, στον πρώιμο Χριστιανισμό, έχουν τόσο δραστικά προσαρμοσθεί και αλλάξει;

Είμαστε αναγκασμένοι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι όταν οι πρώτοι Χριστιανοί είπαν ότι ο Ιησούς είχε αναστηθεί από τους νεκρούς και το έδωσαν ως λόγο για να αλλάξουν τις πεποιθήσεις τους για την ίδια την ανάσταση, αφενός, και για τον Μεσσιανισμό από την άλλη, χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα στην φυσιολογική της έννοια.

Το πρώτο σημείο που πρέπει να προσέξουμε εδώ είναι ζωτικής σημασίας. Έχω υποστηρίξει ότι οι πρώτοι Χριστιανοί προσβλέπουν σε μια ανάσταση που δεν ήταν απλή αναζωογόνηση, ούτε η εγκατάλειψη του σώματος και η απελευθέρωση της ψυχής αλλά ένας μετασχηματισμός, ένας νέος τύπος σώματος που ζει μέσα σε ένα νέο τύπο κόσμου. Αυτή η πίστη είναι κεντημένη με βιβλικά μοτίβα, αρθρωμένα με πλούσια θεολογία. Ωστόσο, στις αφηγήσεις του ευαγγελίου βρίσκουμε μια ιστορία, από διαφορετικές οπτικές γωνίες, φυσικά, χωρίς τέτοια κεντήματα και θεολογικά μοτίβα – είναι πράγματι σε περιορισμένη, σε μεγάλο βαθμό αδέσμευτη πεζογραφία. Ωστόσο, το μήνυμα εκφράζει ακριβώς ένα σώμα, ούτε εγκαταλελειμμένο, ούτε απλώς αναζωογονημένο, αλλά μετασχηματισμένο. Και αυτό, αν και το ίδιο εντελώς απροσδόκητο, θα μπορούσε να έχει προκαλέσει ακριβώς αυτή την ανεπτυγμένη άποψη για την οποία μίλησα. Οι αφηγήσεις του Πάσχα, με άλλα λόγια, φαίνεται να δίνουν μια απάντηση στο γιατί η ελπίδα και η ζωή των πρώτων Χριστιανών πήραν τη μορφή που πήραν.

Ήταν λοιπόν τα τέσσερα ευαγγέλια, προερχόμενα από αυτή την ανεπτυγμένη θεολογία; Είναι όλες οι μεταγενέστερες αφηγηματικές προσαρμογές μιας δογματικής και εξηγητικής βάσης, από την οποία, φυσικά, όλα τα ίχνη δόγματος και εξήγησης έχουν, σε κάθε περίπτωση, προσεκτικά και εσκεμμένα προκύψει; Πολύ δύσκολα…

Είναι πολύ πιο εύκολο να πούμε ότι οι ιστορίες και παραδόσεις ήρθαν πρώτες και ότι ο Παύλος και οι άλλοι μεταγενέστεροι θεολόγοι τις είχαν υιοθετήσει βαθιά μέσα τους. Ότι έχουν αναδιαμορφώσει και αναθεωρήσει έναν κλάδο της επικρατούσας εβραϊκής θεολογίας, αλλά δεν έχουν ουσιαστικά τροποποιηθεί.

Λίγα ακόμα σχόλια για τις ίδιες τις αφηγήσεις. Η ιστορία του Ματθαίου θεωρείται συχνά αντι-εβραϊκή απολογία. Και αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, διότι ο ίδιος μας λέει ότι αντιμετωπίζει μια ιστορία που υπάρχει ανάμεσα στους μη χριστιανούς Εβραίους της εποχής του. Αλλά αν και ο Ματθαίος αντιπροσωπεύει μια μεταγενέστερη πολεμική, η ίδια η συζήτηση – που μερικοί λένε ότι το σώμα του Ιησού κλέφτηκε και άλλοι όχι- αποτελεί μαρτυρία για το πιο θεμελιώδες σημείο μου, ότι στον πρώτο αιώνα η «Ανάσταση» για την εξύψωση, την πνευματική παρουσία, την αίσθηση της συγχώρεσης ή την αφοσίωση αφορούσε τα σώματα και τους τάφους.

Αν κάποιος μπόρεσε να πει “Ω, δεν καταλαβαίνεις; Όταν λέω «ανάσταση», το μόνο που εννοώ είναι ότι ο Ιησούς είναι στον ουρανό και είναι ο Κύριος μου, ότι είχα μια νέα αίσθηση της αγάπης και της συγχώρεσης του Θεού, «η επικίνδυνη συζήτηση για τους τάφους, τους φρουρούς, τους αγγέλους και τα σώματα θα μπορούσε να έχει εγκαταλειφθεί παντού, με κάποιον αναστεναγμό.

Δεύτερον, δυο λόγια για τον Μάρκο. Όταν ο Μάρκος λέει ότι οι γυναίκες «δεν είπαν τίποτα σε κανέναν, επειδή φοβούνταν», δεν σημαίνει ότι ποτέ δεν είπαν τίποτα σε κανέναν. Δεν νομίζω, σε κάθε περίπτωση, ότι ο Μάρκος ολοκλήρωσε το ευαγγέλιό του στο κεφάλαιο 16, στίχος 8. 1 πιστεύω ότι έγραψε περισσότερα, τα οποία είχαν χαθεί. Νομίζω όμως ότι η εμφατική άρνησή του ότι οι γυναίκες δεν είπαν οτιδήποτε σε οποιονδήποτε έχει σκοπό να αναιρέσει την κατηγορία, (πραγματική ή πιθανή), ότι αν οι γυναίκες είχαν δει κάτι αξιοσημείωτο – έναν άδειο τάφο, μια πέτρα που κύλησε, έναν άγγελο – θα ήταν υποχρεωμένες να το πουν σε όλους με όσους συναντήθηκαν. Αυτό δεν το έκαναν. Ίσως δεν είχαν δει τίποτα σημαντικό μετά από όλα αυτά; Σίγουρα όχι. Το εξηγεί ο Μάρκος: Ο λόγος που δεν είπαν τίποτα σε κανέναν (μέχρι που να πάνε στους μαθητές) είναι επειδή φοβούνταν πολύ.

Τρίτον, δυο λόγια για τον Λουκά και τον Ιωάννη. Αυτοί λένε βεβαίως πολύ πληρέστερες ιστορίες από τον Ματθαίο και τον Μάρκο και είναι αυτοί οι οποίοι συνήθως κατηγορούνται ότι ανέπτυξαν ή έπλασαν αυτές τις ιστορίες για να καταπολεμήσουν τον κίνδυνο των Δοκητικών απόψεων μέσα στην πρώιμη Εκκλησία, τις πεποιθήσεις ότι ο Ιησούς στο αναστημένο σώμα του δεν ήταν πραγματικά ένα φυσικό ανθρώπινο ον, αλλά μόνο φάνηκε να είναι. – Αν και ο δοκητισμός δεν ασχολείται τόσο με τον αναστημένο Ιησού, όσο με την προ-σταυρωτική του ιστορία -. Ναι, σύμφωνα με τα ευαγγέλια του Ιωάννη και του Λουκά, ο Ιησούς τους καλεί να τον αγγίξουν, να σιγουρευτούν ότι είναι ένας πραγματικός άνθρωπος με σάρκα και οστά. Αλλά αυτές είναι αναφορές, στα ίδια χωρία, που ο Ιησούς εμφανίζεται και εξαφανίζεται, μερικές φορές μέσω κλειδωμένων θυρών. Αν ο Λουκάς ή ο Ιωάννης ήθελαν να εφεύρουν αντι-δοκητικές πλαστές ιστορίες του Αναστημένου Ιησού, σίγουρα θα μπορούσαν να το είχαν κάνει καλύτερα.

Πραγματικά μοιάζει σαν να λένε, με συνεχή αμηχανία, ιστορίες που, παρόλο που είναι εκπληκτικές εκείνη τη στιγμή, παρείχαν τη βάση που αναζητούμε για την ριζοσπαστική πίστη στην ανάσταση που έχουμε περιγράψει νωρίτερα: Το σώμα δεν είναι ούτε απομονωμένο (σαν να είχε απλώς «πάει στον ουρανό το πνεύμα», «μη σωματικά») ούτε απλώς επανήλθε στην ζωή, όπως του Λάζαρου, (όπως αναμενόταν και στους Μάρτυρες). Αντιθέτως είναι μεταμορφωμένο, έτσι ώστε, αν και (με οποιοδήποτε τρόπο), άφησε πίσω του έναν άδειο τάφο «σωματικά», το σώμα του τώρα ήταν σημαντικά διαφορετικό, με νέες ιδιότητες.

Μια τέτοια ριζοσπαστική θεολογική άποψη δεν την είχε προετοιμάσει τίποτα, ούτε η εβραϊκή παράδοση ούτε οι ίδιοι οπαδοί του Ιησού. Πράγματι, τη νέα ιδιότητα που θα περίμενε κανείς να συμπεριλάβουν οι Ευαγγελιστές, αν είχαν πλάσει από το μυαλό τους αυτές τις ιστορίες με βάση την Π.Δ., δεν την βρίσκουμε. Σε καμία από τις διηγήσεις δεν υπάρχει η παραμικρή πρόταση ότι το αναστημένο σώμα του Ιησού λάμπει σαν αστέρι. (Όπως είχε ειπωθεί στην Π.Δ.)

Προτείνω στην πραγματικότητα ότι οι ίδιες οι ιστορίες του ευαγγελίου, (αν και χωρίς αμφιβολία κατέγραψαν περισσότερα στοιχεία από τον Παύλο), περιέχουν ελάχιστη συντακτική προσθήκη στις πολύ πρώιμες ιστορίες που έκαναν οι πρώτοι μαθητές στις πρώτες ημέρες του Χριστιανισμού. Δεν είναι η μεταγενέστερη αφηγηματική προσαρμογή της πρώιμης χριστιανικής θεολογίας. Είναι τα θεμέλια τηςτής πίστης στην Ανάσταση!

Όλα αυτά προκαλούν τον σημερινό ιστορικό, όπως προκάλεσαν τους πρώτους ακροατές του κηρύγματος τους, είτε να τους δεχτούν είτε να βρουν μια καλύτερη εξήγηση γιατί άρχισε ο Χριστιανισμός και γιατί πήρε το σχήμα που πήρε.

5. Από την ιστορία στο γεγονός

Αυτό μας φέρνει, τέλος, στο τέταρτο ερώτημά μας: Τι μπορεί να πει ο ιστορικός για τον ισχυρισμό των πρώτων Χριστιανών ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είχε αναστηθεί από τους νεκρούς; Τι εξήγηση προσφέρουν οι ίδιοι για τη ριζοσπαστική τους τροποποίηση της εβραϊκής ελπίδας;

Υπάρχουν πολλές υποθέσει που προσπαθούν να εξηγήσουν την ριζοσπαστική αυτή πίστη στην Ανάσταση του Ιησού, αλλά οι περισσότερες από αυτές διαθέτουν ένα από τα τρία είδη εξήγησης:

(1) Ο Ιησούς δεν πέθανε πραγματικά. Κατά κάποιον τρόπο επέζησε.

(2) Ο τάφος ήταν άδειος, αλλά τίποτα άλλο δεν συνέβη.

(3) Οι μαθητές είχαν οράματα του Ιησού, αλλά χωρίς να υπάρχει ένας άδειος τάφος.

1) Το πρώτο μπορεί να απορριφθεί γρήγορα. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες ήξεραν πώς να σκοτώσουν τους ανθρώπους, ειδικά τους ηγέτες των ανταρτών. Οι Εβραίοι του 1ου αιώνα γνώριζαν τη διαφορά μεταξύ επιζώντος και νεκρού.

(2) Το δεύτερο είναι λίγο πιο περίπλοκο. Αντιμέτωποι με έναν άδειο τάφο, αλλά χωρίς άλλα στοιχεία, οι μαθητές θα ήξεραν την απάντηση: Το σώμα είχε κλαπεί από κάποιον. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πίστευαν ότι αναστήθηκε. Από μόνος του, ένας άδειος τάφος δεν θα μπορούσε να αποδείξει τίποτα σε αυτούς, όπως και σε εμάς.

(3) Τα οράματα ήταν συχνά και γνωστά (συμπεριλαμβανομένων των οραμάτων των νεκρών που έφυγαν πρόσφατα). Δεν χρειαζόταν να περιμένουμε την ιατρική και την ψυχολογία για να μας πουν ότι συμβαίνουν αυτά. Αντιμέτωποι με τον Πέτρο (που μόλις είχε αποδράσει από την φυλακή) που χτυπάει την πόρτα, οι Απόστολοι νόμιζαν ότι ήταν ήδη νεκρός, και τους κάνει μια μεταθανάτια επίσκεψη, λένε: «Πρέπει να είναι ο άγγελος του». Ακόμα και τα οράματα, δεν θα εμπόδιζαν τους ανθρώπους να κηδεύουν, να συνεχίζουν να θρηνούν και να τιμούν τον τάφο. Τα οράματα δεν ήταν απόδειξη ότι κάποιος ήταν ζωντανός, αλλά ότι ήταν νεκρός!

Για να εξηγήσουμε γιατί οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν πραγματικά ότι ο Ιησούς είχε αναστηθεί σωματικά από τους νεκρούς, πρέπει να διατυπώσουμε τρία πράγματα: Ο Ιησούς ήταν πράγματι νεκρός. Ο τάφος ήταν πραγματικά άδειος και ήταν πραγματικά ο τάφος του. Πραγματικά τον είδαν, τον συνάντησαν και μίλησαν με μια φιγούρα που δεν ήταν ο Ιησούς του Σταυρού (με τα τραύματα), αλλά φαινόταν να είναι κατά κάποιο τρόπο διαφορετικός – αν και όχι με τους τρόπους που θα φανταζόταν κανείς από την ανάγνωση του Ησαΐα, του Ιεζεκιήλ ή του Δανιήλ.

Μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από αυτό; Τι μπορεί και τι πρέπει να πούμε;

Ακόμη και όταν έχουμε καταστήσει σαφές τι εννοούσε η αρχική εκκλησία από αυτές τις ιστορίες, υπάρχουν κάποιες σχετικές δυσκολίες, οι οποίες πρέπει να αποσαφηνιστούν.

Κατ’ αρχάς, υπάρχει ένα “παζλ” που κάνει τους ιστορικούς να είναι πολύ προσεκτικοί. Όλη η ιστορία, κάθε βιογραφία, είναι η «κατασκευή» της πραγματικότητας κάποιου. Αυτό οδηγεί πολλούς να λένε, ξανά και ξανά, ότι το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε είναι η «Κατασκευή της Χριστιανικής προέλευσης, που εκφράζει το Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο», η άποψη του Μάρκου για το Πάσχα, και ούτω καθεξής.

Υπάρχει μια μικρή αλήθεια σε αυτό. Αλλά το γεγονός ότι ο ιστορικός έχει μια άποψη δεν σημαίνει ότι είναι και έτσι. Η Ιστορία προχωρά, όχι μόνο από τα συμπεράσματα τού κάθε επιμέρους αποδεικτικού στοιχείου, αλλά από την ερμηνεία που εξηγεί ΟΛΑ τα στοιχεία.

Δεύτερον, πολύ πιο σοβαρό, υπάρχει το πρόβλημα που συσχετίζω με τον Hans Frei και άλλους:

Δεν θα ήταν καλύτερα να προσπαθήσουμε να υποστηρίξουμε την ιστορική αλήθεια της ανάστασης βάσει τυπικών ιστορικών αιτίων, επιτρέποντας έτσι περισσότερο στην ιστορική μέθοδο, (αντί να επιτρέψουμε στον Θεό, στον ίδιο τον Ιησού και στην ίδια την ανάσταση), να καθιερώσει όχι μόνο αυτό που γνωρίζουμε αλλά και το πώς μπορούμε να το γνωρίσουμε;

Αυτή νομίζω ότι είναι μια σωστή ερώτηση (αν και δεν έχει αδιαμφισβήτητες απαντήσεις, κυρίως από το Πανεπιστήμιο του Yale, στο οποίο ο Frei ανήκε) και πρέπει να την αντιμετωπίσουμε άμεσα.

Η απάντηση είναι ότι και τα δύο μισά της “εξίσωσης” που αναφέραμε είναι λανθασμένα. Από τη μία πλευρά, η ανάσταση δεν αποδείκνυε για τους πρώτους χριστιανούς και ούτε σήμερα αποδεικνύει ότι ο Ιησούς ήταν ή είναι Θεός.

Εάν ένας από τους ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Ιησού είχε αναστηθεί μετά από τρεις μέρες, ο κόσμος θα είχε πει ότι είναι κάτι παράδοξο, αλλά κανείς δεν θα είχε πει ότι ήταν το δεύτερο πρόσωπο της Τριάδας. Αν κάποιος από τους μάρτυρες Μακκαβαίους, που πέθαναν πιστεύοντας ότι ο Θεός θα τους αναστήσει από τους νεκρούς, είχε βρεθεί ζωντανός λίγες μέρες αργότερα, όλοι θα είχαν συγκλονιστεί, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των αναστημένων ανθρώπων.

Αυτό έπρεπε να είναι κάτι που θα συμβεί σε όλους τους δίκαιους μαζί, όχι σε ένα άτομο πριν από τους άλλους. Αλλά κανείς δεν θα φανταζόταν ότι αυτό σήμαινε ότι ήταν κατά κάποιο τρόπο “Θεϊκός”. Και, αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί, θα ήταν κατ ‘αρχήν ανοικτό σε ιστορική έρευνα.

Από την άλλη πλευρά, η σχολή του Frei έχει υπερεκτιμήσει τη φύση της ιστορικής έρευνας. Με κανέναν τρόπο, όλοι οι ιστορικοί δεν πιστεύουν σήμερα ότι είναι «αντικειμενικοί» ή «ουδέτεροι», επιτυγχάνοντας σταθερά και αναλλοίωτα αποτελέσματα με υποτιθέμενα επιστημονικά μέσα. Αντίθετα, εγώ ο ίδιος συμμερίζομαι μια σειρά ιστορικών που απέρριψαν ρητά αυτή την ψευτο-αντικειμενικότητα και αντ’ αυτού υποστήριξαν μια μορφή «κριτικού ρεαλισμού» στην οποία επιτρέπεται πλήρως η αλληλεπίδραση μεταξύ ιστορικού και αντικειμένου.

Στην πραγματικότητα, στην προκειμένη περίπτωση, τα αποδεικτικά στοιχεία μας παρουσιάζουν ακριβώς το είδος του αποτελέσματος που θα έπρεπε να βγει, ώστε να είναι ευχαριστημένοι οι χριστιανοί θεολόγοι. Δεν θα ισχυριζόμουν ότι βρήκα ένα επιχείρημα που θα αναγκάσει έναν σκεπτικιστή να παραδεχτεί ότι ο Ιησούς «πρέπει να έχει αναστηθεί». Είναι πάντοτε ανοιχτό σε οποιονδήποτε να λέει, τουλάχιστον, ότι «δεν μπορώ να σκεφτώ μια καλύτερη εξήγηση, αλλά ξέρω ότι πρέπει να υπάρξει μία, γιατί προτίθεμαι να διατηρήσω την προϋπόθεση μου ότι οι νεκροί δεν ανασταίνονται». Ο προσεκτικός αγνωστικισμός είναι πάντα μια επιλογή. Αυτό που πιστεύω ότι πρέπει να κάνει και σε αυτή την περίπτωση η ιστορική έρευνα, είναι να ξεκαθαρίσει τις παρεξηγήσεις, την εσφαλμένη ανάγνωση, την κακή ιστορία.

Η ιστορική έρευνα, πιστεύω, μας φέρνει στο σημείο όπου πρέπει να πούμε ότι ο τάφος που προηγουμένως κειτόταν ο νεκρός Ιησούς ήταν άδειος και ότι οι οπαδοί του είδαν μια φιγούρα και συνάντησαν κάποιον, που ήταν πεπεισμένοι ότι ήταν αυτός ο ίδιος ο Ιησούς, σωματικά ζωντανός αν και σε ένα νέο, μεταμορφωμένο σώμα. Ο άδειος τάφος αφενός, και οι πειστικές εμφανίσεις του Ιησού από την άλλη, είναι τα δύο συμπεράσματα που πρέπει να εξηγήσει ο ιστορικός.

Ωστόσο, η κομψότητα και η απλότητα της εξήγησης των δύο εκκρεμών φαινομένων, ο άδειος τάφος και τα οράματα, το ένα μέσα στο άλλο, θα έπρεπε να είναι προφανής. Αν δεν υπήρχε ο (εκπληκτικός και παγκόσμιος) προκλητικός ισχυρισμός που έγινε, πιστεύω ότι όλοι θα είχαν από καιρό καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτό ήταν το σωστό ιστορικό αποτέλεσμα. Ότι η Ανάσταση έγινε. Αν κάποια άλλη ερμηνεία εξηγούσε την άνοδο του Χριστιανισμού, αφήνοντας άθικτες τις αρχαίες, παγιωμένες κοσμοθεωρίες, θα γινόταν αποδεκτή χωρίς να τις παραβιάζει.

Αυτό, πιστεύω, είναι το αποτέλεσμα της έρευνας που διεξήγαγα. Υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που πρέπει να πούμε για την ανάσταση του Ιησού. Όμως, ο ιστορικός μπορεί και πρέπει να πει ότι όλες οι άλλες εξηγήσεις για το γιατί προέκυψε ο Χριστιανισμός και γιατί πήρε το σχήμα που πήρε, ήταν πολύ λιγότερο πειστικές ως ιστορικές εξηγήσεις από αυτές που προσφέρουν οι ίδιοι οι πρώτοι Χριστιανοί: Ο Ιησούς πραγματικά Αναστήθηκε από τους νεκρούς, το πρωί του Πάσχα, αφήνοντας πίσω του έναν άδειο τάφο. Η προέλευση του Χριστιανισμού, ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε αυτό το νέο κίνημα και πήρε την απροσδόκητη αυτή μορφή, και ιδιαίτερα οι περίεργες μεταλλάξεις που παρήγαγε μέσα στην Εβραϊκή ελπίδα για ανάσταση και την Εβραϊκή προσδοκία για Μεσσία, εξηγούνται καλύτερα λέγοντας ότι κάτι συνέβη τρεις ημέρες μετά τον θάνατο του Ιησού, για τον οποίο οι αναφορές στα τέσσερα ευαγγέλια είναι οι λιγότερο ανεπαρκείς ερμηνείες που έχουμε.

Φυσικά, υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι μπορεί να μην θέλουν, και συχνά να αρνηθούν, να το πιστέψουν αυτό. Αλλά και ο ιστορικός πρέπει να τα “ζυγίζει” όλα. Και, μέχρι σήμερα, κανένας από αυτούς δεν έχει να προσφέρει κάτι καλύτερο από την ερμηνεία του ίδιου του Χριστιανισμού.

Ο ρόλος του ιστορικού δεν είναι να αναγκάσει τους ανθρώπους να πιστέψουν. Πρέπει να καταστήσει σαφές ότι τα ιστορικά γεγονότα, οδηγούν έντονα προς την σωματική ανάσταση του Ιησού. Και να καταστήσει σαφές, επίσης, ότι από το σημείο αυτό μόνο, ο ιστορικός δεν μπορεί να βοηθήσει. Όταν ασχολείσαι με κοσμοθεωρίες, κάθε κοινότητα και κάθε άτομο πρέπει να κάνει τις επιλογές του.


* Σημείωση ΟΟΔΕ: Μπορεί να μην αναφέρεται ευθέως η ανάσταση με φωτεινά σώματα σαν άστρα, αλλά εμμέσως αυτό υπάρχει όντως στην Κ.Δ., στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή 15: 40-43: “Υπάρχουν και σώματα επουράνια, και σώματα επίγεια· όμως, άλλη είναι η λάμψη των επουρανίων και άλλη η λάμψη των επιγείων. Άλλη είναι η λάμψη τού ήλιου, και άλλη η λάμψη τού φεγγαριού, και άλλη η λάμψη των αστεριών· επειδή, αστέρι από αστέρι διαφέρει σε λάμψη. Έτσι και η ανάσταση των νεκρών: σπέρνεται με φθορά, ανασταίνεται με αφθαρσία· σπέρνεται χωρίς τιμή, ανασταίνεται με λάμψη· σπέρνεται με ασθένεια, ανασταίνεται με δύναμη”.

 

Πηγή: Ομιλία του το 2002, στη διεύθυνση: http://ntwrightpage.com, όπου μπορείτε να βρείτε και τις πηγές ή παραπομπές.