Η Νοερά Ζωή – Η εμπειρική σχέση ως εξειδικευμένη γνώση

oodegr.com | Του π. Στεφάνου Φρήμαν – Οι ιθαγενείς λαοί της Αλάσκας και του απώτατου βορρά αληθεύει πως έχουν πάνω από 50 λέξεις για το χιόνι. Συνολικά, υπάρχουν περίπου 180 λέξεις για το χιόνι και τον πάγο. Υπάρχει το aqilokoq’ για ‘το χιόνι που πέφτει απαλά’ και piegnartoq’ για ‘το χιόνι που είναι καλό για την οδήγηση έλκηθρου’. Υπάρχει επίσης το utuqaq’, που σημαίνει ‘ο πάγος που διαρκεί διαχρονικά’ και το siguliaksraq’, για την ακανόνιστη στρώση κρυστάλλων που σχηματίζεται καθώς η θάλασσα αρχίζει να παγώνει. Και το auniq’, για τον πάγο που είναι  γεμάτος από τρύπες, σαν το ελβετικό τυρί…

Ο λόγος –φυσικά– είναι απλός. Αφού οι πληροφορίες για το χιόνι και τον πάγο άπτονται της επιβίωσης, οι άνθρωποι αναπτύσσουν ένα λεξιλόγιο που θα επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών τους.  Επίσης, αναπτύσσουν ένα πιο παρατηρητικό μάτι για το χιόνι και τον πάγο.  Δεν έχουν καλύτερη ή διαφορετικότερη όραση από οποιονδήποτε άλλον, αλλά σίγουρα δίνουν προσοχή σε πράγματα που άλλοι θα προσπερνούσαν.

Αυτή η απλή πραγματικότητα μπορεί επίσης να εφαρμοστεί στις λέξεις της πνευματικής μας ζωής. Η σύγχρονη γλώσσα μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ μιας τηλεόρασης υψηλής ευκρίνειας και υπέρ-υψηλής ευκρίνειας, ή ακόμα και υπέρ-υπέρ υψηλής ευκρίνειας (αυτή η τελευταία είναι τόσο ακραία στην ανάλυσή της, που ένας γηγενής Yu’pik θα μπορούσε να την χρησιμοποιήσει για την κατηγοριοποίηση χιονιού).  Έχουμε ακόμη και λέξεις για υποατομικά σωματίδια. Αλλά η σύγχρονη γλώσσα είναι εξαιρετικά πτωχευμένη στο πνευματικό της λεξιλόγιο.  Η κουλτούρα μας έχει κατακλυσθεί από τις ιδέες και τις έννοιες της ψυχολογίας, παραμερίζοντας ένα ολόκληρο λεξιλόγιο για την ανθρώπινη εμπειρία. Μάλιστα ορισμένες λέξεις της κλασικής χριστιανικής εμπειρίας εξαφανίσθηκαν πολύ πριν την σύγχρονη περίοδο (αλλά αυτό είναι μια ξεχωριστή ιστορία).

Ό,που απουσιάζουν οι λέξεις, μειώνεται η ικανότητα της αντίληψης:  η γλώσσα και η αντίληψη εργάζονται μαζί. Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν μπορείτε να τα δείτε μέχρι να διδαχθείτε να τα δείτε.  Διαθέτοντας λέξεις για αυτά τα πράγματα είναι μέρος της διαδικασίας εκμάθησης του ιδείν.

Μια λέξη κλειδί από τον κλασικό Χριστιανισμό είναι ο ελληνικός όρος «νους» – και η επιθετική του μορφή, «νοερό». Οι δυτικοί μεταφραστές από νωρίς μετέφρασαν τον όρο ως «intellectus» (διάνοια), ο οποίος στις αγγλικές του μορφές είναι εντελώς  λανθασμένος.  Οι σύγχρονοι μεταφραστές ποικίλλουν στην απόδοσή του, είτε ως «μυαλό» είτε ως «καρδιά». Και τα δύο δεν είναι ακριβή. Και τα δύο μπορούν να παραπλανήσουν στο έπακρο.  Όλο και περισσότερο, κάποιοι ξενόγλωσσοι συγγραφείς απλώς επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «νους» στην αρχική της γραφή:  «nous» (είναι και η δική μου προτίμηση).

Όλα αυτά ως εισαγωγή. Το γεγονός ότι το σύγχρονο λεξιλόγιό μας δεν έχει μια συγκεκριμένη λέξη για το τι εννοούσαν οι Πατέρες όταν έγραφαν για τη νοερά αντίληψη,  ή όταν έλεγαν ότι το «νους πρέπει να κατέβει στην καρδιά» (πολύ σημαντικές και κοινές φράσεις), δεν σημαίνει πως αυτό που περιγράφουν είναι αποκλεισμένο για εμάς τους υπόλοιπους, αλλά σίγουρα δείχνει πως είναι μια πραγματικότητα την οποία ως επί το πλείστον αγνοούμε.  Σαν  την απίστευτη ποικιλία για το χιόνι και τον πάγο, που ναι μεν υπάρχει εκεί, αλλά εμείς δεν καταφέρνουμε να την δούμε.

Η κουλτούρα μας είναι υπέρμαχος του μυαλού. Θεωρούμε τον εαυτό μας πολύ πιο καταρτισμένο σε σύγκριση με εκείνους που έζησαν στο παρελθόν, και σίγουρα με περισσότερη συνειδητοποίηση και κατανόηση των διαδικασιών και των πραγματικοτήτων του κόσμου γύρω μας.  Εν ολίγοις, πιστεύουμε πως είμαστε οι πιο ευφυείς άνθρωποι που έχουν ζήσει ποτέ.  Όμως στην πραγματικότητα έχουμε στενέψει την γκάμα της προσοχής μας, και μάλλον έχουμε την πιο περιορισμένη αντίληψη απ’ όλους τους ανθρώπους που έχουν ζήσει ποτέ.

Η συρρικνωμένη γκάμα εστίασης έχει περιορισθεί σε μεγάλο βαθμό, στις εξής δύο πτυχές: την λειτουργία της κριτικής και στους συναισθηματισμούς.  Η κριτική ως επί το πλείστον ερευνά τα δεδομένα, συγκρίνει, κρίνει, μετρά και ούτω καθεξής. Οι συναισθηματισμοί διατρέχουν τις ποικιλίες της ευχαρίστησης και του πόνου – ως επί το πλείστον συνεργαζόμενοι με την λειτουργία της κριτικής, προκειμένου να μεγιστοποιήσουν την ευχαρίστηση και να ελαχιστοποιήσουν τον πόνο.

Αυτός ο τρόπος βίωσης του κόσμου είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα της ζωής μέσα σε μια καταναλωτική κουλτούρα.  Όχι μόνο καταναλώνουμε πράγματα, αλλά βρισκόμαστε συνεχώς κάτω από μια ομοβροντία πληροφοριών σχεδιασμένη αποκλειστικά για την κατανάλωση πραγμάτων.  Καταναλώνουμε τα πάντα. Οι πληροφορίες είναι κάτι περισσότερο από πληροφορίες:  είναι πληροφορίες με απώτερο σκοπό την κατανάλωση. Ακόμα και οι θρησκευτικές έννοιες διέπονται από την κατανάλωση. Μας «αρέσει» ή «δεν μας αρέσει» η Εκκλησία, ή είναι κάτι που το βρίσκουμε «χρήσιμο» ή  «άνευ ενδιαφέροντος».  Μάλιστα είναι γνωστό πως υπάρχουν άνθρωποι που «κάνουν έρευνα αγοράς» για Εκκλησίες.

Ο νους δεν είναι κάποια λειτουργία της κατανάλωσης. Είναι η λειτουργία της αντίληψης, ιδιαίτερα της πνευματικής αντίληψης. Ο σύγχρονος αγώνας για να βιώσουμε τον Θεό συχνά αποτυγχάνει επειδή αναλαμβάνεται από καταναλωτές.  Ο Θεός, ο αληθινός και ζωντανός Θεός, δεν μπορεί να καταναλωθεί, ούτε μπορεί να γίνει γνωστός από τα εργαλεία της κατανάλωσης. Ο καταναλωτικός Χριστιανισμός «πλασάρει»  εμπειρίες και ιδέες σχετικές με τον Θεό.  Έχει ελάχιστη έως καθόλου σχέση με τον Ίδιο τον Θεό.

Περιστασιακά χρησιμοποιώ κιναισθητικές εμπειρίες για να περιγράψω τον νου.  Η γνώση που έχουμε για την οδήγηση ποδήλατου δεν είναι μια κριτική γνώση. Δεν μπορείτε με την σκέψη να εισέλθετε στην γνώση της ποδηλασίας.  Το παίξιμο του πιάνου είναι μια παρόμοια εμπειρία. Ο λόγος που παραθέτω αυτές τις μορφές γνώσης είναι για να επισημάνω το γεγονός πως ήδη έχουμε κάποια εμπειρία της μη καταναλωτικής γνώσης.  Είναι ενδιαφέρον, πως η κιναισθητική γνώση δεν είναι αποκλειστικά μέσα στο κεφάλι: τα δάχτυλά μου «ξέρουν» πώς να παίζουν πιάνο, και ολόκληρο το σώμα μου κάνει ποδήλατο.

Οι Πατέρες συχνά τοποθετούν τον νου στην καρδιά. Με αυτό θα πρέπει να καταλάβουμε πως η γνώση της νοερής εμπειρίας εκτείνεται πέρα​​από τον εγκέφαλο και πως γενικότερα εστιάζει στο πραγματικό «κέντρο» του σώματός μας, και σε κάθε ίνα της ύπαρξής μας. Το πιο σημαντικό είναι πως δεν είναι μέρος της κριτικής λειτουργίας. Είναι ένα μέσο αντίληψης και γνώσης, αλλά όχι ένα μέσο κρίσης, ζύγισης, μέτρησης, σύγκρισης κ.λπ.  Είναι πολύ πιο κοντά στην παρατήρηση (αν και οι περισσότεροι σύγχρονοι άνθρωποι ασχολούνται μόνο με την καταναλωτική παρατήρηση).

Ο Βλαντιμίρ Λόσσκυ, ο μεγάλος Ρώσος θεολόγος του 20ου  αιώνα, λέει:

Η γνώση μάς δίνεται δια της πίστεως, δηλαδή με τη συμμετοχική μας προσήλωση στην παρουσία Εκείνου που αποκαλύπτει τον εαυτό Του. Η πίστη λοιπόν δεν είναι μια ψυχολογική στάση, μια απλή πιστότητα. Είναι μια οντολογική σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού, μια εσωτερικά αντικειμενική σχέση…

«Συμμετοχική προσήλωση» είναι η φράση κλειδί σε αυτήν την περιγραφή. Είναι μια νοερή επίγνωση που δεν ίσταται έξω από αυτό που παρατηρεί.  Είναι μια συμπαθητική παρατήρηση στην οποία εμείς οι ίδιοι είμαστε ανοιχτοί και ευάλωτοι σε αυτό που πέφτει στην αντίληψή μας.

Ένα παράδειγμα:

Συναντάς έναν άγνωστο. Η πιο συνηθισμένη προσέγγισή μας είναι η άμεση ενεργοποίηση της κριτικής λειτουργίας. Κάνουμε παρατηρήσεις και κρίσεις σχεδόν αστραπιαία.  Κάποιοι  παράγοντες συναισθηματισμού ίσως μάς ενθαρρύνουν  ώστε να πάρουμε άμεσες αποφάσεις. Μπορεί να αντιδράσουμε κατά τρόπο που μας κάνει επιφυλακτικούς, ή δύσπιστους, ή να νοιώσουμε έλξη, ή ακόμη και αδιαφορία. Από πολλές απόψεις, «καταναλώνουμε» αυτόν τον άγνωστο.

Φαντασθείτε, αντίθετα, πως συναντάτε έναν άγνωστο και αναστέλλετε εντελώς την κρίση. Δεν τον συγκρίνετε, δεν τον κατηγοριοποιείτε, ούτε τον μετράτε κατ’ οιονδήποτε τρόπο. Απέχετε όσο το δυνατόν περισσότερο από συναισθηματικές αντιδράσεις.  Αντ’ αυτού, είστε απλά προσηλωμένοι, παρατηρώντας τον με μια επίγνωση που δεν κρίνει. Φαντασθείτε ταυτόχρονα πως, όχι μόνο τον παρατηρείτε με αυτόν τον τρόπο, αλλά ενεργοποιείτε πλήρως και την προθυμία να τον δείτε με συμπάθεια, και πρόθυμοι να του επιτρέψετε να μπει στη δική σας ζωή. Αυτό είναι που ο Λόσσκυ μάλλον εννοεί με την «συμμετοχική προσήλωση».

Πώς όμως εφαρμόζεται αυτό σε σχέση με τον Θεό;

Ο Θεός δεν είναι ένα στατικό αντικείμενο. Είναι προσωπικός, και ως εκ τούτου ενεργεί εν ελευθερία. Μπορούμε να Τον γνωρίσουμε ή να Τον αντιληφθούμε, επειδή Εκείνος κάνει τον εαυτό Του γνωστό.  Σε γενικές γραμμές, οι άνθρωποι στον πολιτισμό μας αναζητούν ένα Θεό που μπορεί να βιωθεί με την κριτική λειτουργία. Με λίγα λόγια, θέλουμε έναν Θεό τον Οποίο μπορούμε να «καταναλώσουμε»: «Μου αρέσει; Τον θέλω;  Θα Του δώσω την ζωή μου; Τον επιλέγω;»   Αυτό επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό – όταν αντικαθιστούμε την ιδέα περί Θεού με τον ίδιο τον Θεό.

Γνώριζα μια αυτοαποκαλούμενη μη-πιστή γυναίκα, η οποία ήταν όμως πρόθυμη να πιστέψει. Ο άντρας της άρχισε να την φέρνει στην ενορία μου. Εκκλησιαζόταν πιστά για κάποιο χρονικό διάστημα. Μια μέρα ζήτησε να συναντηθεί μαζί μου και μου είπε την ιστορία της. Με δάκρυα μου είπε πως ήταν μέσα στον Ναό κατά την διάρκεια μιας Λειτουργίας.  Κοιτούσε την εικόνα του Χριστού στο τέμπλο.  «Γιατί δεν Σε γνωρίζω;» Τον ρώτησε σιγανά. «Και μετά συνέβη», μου είπε. Δεν υπήρξε κανένα επιχείρημα, καμία υπόσχεση εμπειρίας. Υπήρχε, όμως, μια «συμμετοχική προσήλωση».  Ήταν απλώς «εκεί» – επανειλημμένα «εκεί». Η ερώτησή της δεν ήταν μια κριτική εξέταση. Αν μη τι άλλο, ήταν μια κραυγή αγάπης, παρ’ ό,τι είχε ελάχιστη ελπίδα να λάβει απάντηση.

Η Παράδοση χρησιμοποιεί δύο άλλες λέξεις που είναι σημαντικές σε αυτήν την αντίληψη. Η μία είναι «ησυχία», που κατανοείται ως «σιωπή» ή «αταραξία». Η δεύτερη είναι «νήψις», που συχνά μεταφράζεται ως «νηφαλιότητα» ή «προσοχή».  Αυτές είναι νοερές εκφράσεις, που περιγράφουν την ακινησία και την προσοχή που απαιτούνται γενικά για να αντιληφθεί ο νους αυτό που υπάρχει γύρω του. Αυτή η ακινησία δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ηρεμία και την απουσία θορύβου. Σημαίνει και την αποχή από τις ποικίλες ατζέντες μας.  Η νήψις είναι μια προσοχή που αποφεύγει τους περισπασμούς των διαφόρων παθών (θυμός, λαγνεία, απληστία, φθόνος κ.λπ.).

Μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό, επειδή Εκείνος επιθυμεί να γίνει γνωστός.  Όμως η νοερά ζωή δεν είναι  μια τεχνική – αυτή καθεαυτή – απλώς πρόκειται για την πρέπουσα βάση για την πνευματική ζωή.  Έτσι, είτε διαβάζουμε την Γραφή, προσευχόμαστε, παρακολουθούμε μια Λειτουργία ή απλώς μένουμε ατάραχοι, προσφερόμαστε ενεργά και αθόρυβα στον Θεό.  Δεν θα πρέπει να περιμένουμε πως αυτό αυτόματα θα παράγει κάποιο θαυμαστό αποτέλεσμα (αφού δεν είναι τεχνική), αλλά, καθώς επιδιδόμαστε σε αυτές τις δραστηριότητες με το σωστό μυαλό (νοερά, νηπτικά, ησυχαστικά) πράγματι μαθαίνουμε να αντιλαμβανόμαστε τον Θεό. Μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε τι αντιλαμβάνεται ο νους μας.

Αυτό, φυσικά, μαθαίνεται πολύ πιο επιτυχημένα με καλή καθοδήγηση (όπως από ιερέα ή μοναχό ή από κάποιον που έχει γνώση αυτών των πραγμάτων – που όμως δεν το έχουν όλοι οι ιερείς ή μοναχοί), διότι σε πολλούς ανθρώπους μπορεί η εμπειρία να «συμβεί» εντελώς τυχαία, και να μην βρουν ποτέ τα  λόγια που να το περιγράψουν. Είναι απολύτως φυσικό.

Αν υπήρχε κάτι να εφαρμόσει ένας χριστιανός  που θα βοηθούσε να καλλιεργηθεί αυτή η πτυχή της ζωής του, θα ήταν η αποφυγή όσο το δυνατόν περισσότερο του καταναλωτισμού της κουλτούρας μας. Μας διδάσκει συνήθειες που είναι πολύ καταστροφικές για την ψυχή μας.  Αντ΄ αυτών, θα πρέπει να εξασκούμε την γενναιοδωρία και την καλοσύνη και να παραδίδουμε τον εαυτό μας στη φροντίδα του Θεού και όχι στο πνεύμα των αγορών. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε τον Θεό και τον Μαμμωνά ταυτόχρονα.

Στην Ορθόδοξη Λειτουργία, οι παρευρισκόμενοι ακούν τον Ιερέα ή τον Διάκονο να απαγγέλλει τονισμένα: «Σοφία!  Πρόσχωμεν! »

Ας προσέχουμε. Πραγματικά.

Προσφέρω μια συμπληρωματική σκέψη-υστερόγραφο:  Ένα μέσο άσκησης της «συμμετοχικής προσήλωσης» είναι να λέτε το «ναι». Και, μια άλλη λέξη για την «συμμετοχική προσήλωση» ίσως είναι «αγάπη».

Πηγή:  https://blogs.ancientfaith.com